ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Βενιζέλος κατά Αρείου Πάγου για τις υποκλοπές: «Υπάρχουν νέα στοιχεία, δεν μπορεί να μπαίνει ξανά στο αρχείο»
Η δημόσια παρέμβαση του Ευάγγελος Βενιζέλος για την υπόθεση των υποκλοπών επαναφέρει με θεσμικό αλλά αιχμηρό τρόπο στο προσκήνιο τις βαριές σκιές που εξακολουθούν να καλύπτουν έναν από τους σοβαρότερους κλυδωνισμούς του κράτους δικαίου στην Ελλάδα της τελευταίας δεκαετίας. Ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου αμφισβήτησε ανοιχτά το σκεπτικό με το οποίο απορρίφθηκε η ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο, αφήνοντας σαφείς αιχμές για τον χειρισμό της υπόθεσης από την κορυφή της εισαγγελικής πυραμίδας.
Μιλώντας στο συνέδριο των «Ποινικολόγιων» στη Θεσσαλονίκη, ο Βενιζέλος επικαλέστηκε το άρθρο 43 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, υπογραμμίζοντας ότι αρκεί να «αναφαίνονται» νέα στοιχεία ή πραγματικά περιστατικά ώστε να δικαιολογείται επανεξέταση μιας υπόθεσης. Κατά την τοποθέτησή του, τα πρακτικά και το αποδεικτικό υλικό της δίκης στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο συγκροτούν έναν νέο και πληρέστερο φάκελο, ο οποίος θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω προκαταρκτική εξέταση.
Με τη φράση «δεν έχουν αναφανεί νέα στοιχεία;» αμφισβήτησε ευθέως την επιχειρηματολογία της εισαγγελικής διάταξης, αναδεικνύοντας το βαθύτερο πολιτικό και θεσμικό διακύβευμα της υπόθεσης.
Ιδιαίτερη βαρύτητα απέκτησαν και οι αναφορές του στους κανόνες εξαίρεσης και αποχής δικαστικών λειτουργών, καθώς ο ίδιος δήλωσε ότι τον προβλημάτισε ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόστηκαν οι σχετικές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας από τον ανώτατο εισαγγελικό λειτουργό της χώρας. Η παρέμβασή του ερμηνεύεται ήδη από νομικούς κύκλους ως μια σπάνια, θεσμικά φορτισμένη αποδόμηση της επιλογής να οδηγηθεί εκ νέου η υπόθεση των παρακολουθήσεων σε αρχειοθέτηση, σε μια περίοδο όπου η αξιοπιστία της δικαιοσύνης και η ανεξαρτησία των θεσμών βρίσκονται στο επίκεντρο της δημόσιας αντιπαράθεσης.
