ΓΝΩΜΕΣ
Αλήθεια, τι είναι Προοδευτικό στην Ελλάδα σήμερα;
Γράφει ο Γαβρής Αγγελος
Η πρόοδος δεν ανήκει σε κανέναν. Δεν είναι κομματικό λογότυπο, ούτε πολιτικό εμπορικό σήμα. Δεν κατοικεί μόνιμα σε γραφεία κομμάτων, σε ηγεσίες ή σε ιστορικές διαδρομές που κάποτε συγκίνησαν την κοινωνία και σήμερα ίσως αδυνατούν να την εμπνεύσουν ξανά. Η πρόοδος είναι μια διαρκής κοινωνική διεκδίκηση. Είναι η ανάγκη των ανθρώπων να ζουν με περισσότερη αξιοπρέπεια, περισσότερη ισότητα, περισσότερη δημοκρατία και περισσότερη ελευθερία. Και ακριβώς επειδή οι κοινωνίες αλλάζουν, αλλάζει μαζί τους και το περιεχόμενο του προοδευτικού αφηγήματος. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι ποιος αυτοπροσδιορίζεται ως προοδευτικός. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος υπηρετεί στην πράξη τις ανάγκες των πολλών και όχι τα συμφέροντα των λίγων.
Από τη Μεταπολίτευση και μετά, ο πολιτικός χώρος που συνδέθηκε όσο κανένας άλλος με την έννοια της προόδου στην Ελλάδα ήταν αναμφίβολα το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1980. Το ΠΑΣΟΚ της «Αλλαγής» του εξέφρασε για πρώτη φορά μαζικά κοινωνικά στρώματα που μέχρι τότε ένιωθαν αποκλεισμένα από την εξουσία και τη δημόσια ζωή. Η θεσμική κατοχύρωση της ισότητας των φύλων, η δημιουργία του Εθνικού Συστήματος Υγείας, η αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, η ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, η άνοδος ενός υγιούς συνδικαλισμού και η βελτίωση των συνθηκών εργασίας δεν ήταν απλώς πολιτικές αποφάσεις. Ήταν τομές που άλλαξαν την ίδια την κοινωνική φυσιογνωμία της χώρας. Για πρώτη φορά, μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας ένιωσαν ότι το κράτος δεν λειτουργεί αποκλειστικά υπέρ των ισχυρών.
Η δεκαετία του 1990 έφερε μια διαφορετική πολιτική και ιδεολογική μετάβαση. Το ΠΑΣΟΚ κινήθηκε προς τον εκσυγχρονισμό, υιοθετώντας μια περισσότερο ευρωπαϊκή και τεχνοκρατική αντίληψη διακυβέρνησης, που συνδύαζε στοιχεία προόδου με έναν κεντρώο φιλελευθερισμό και σαφείς καπιταλιστικούς όρους ανάπτυξης. Ήταν μια περίοδος εκσυγχρονιστικών μεταρρυθμίσεων, αλλά και σταδιακής απομάκρυνσης ενός τμήματος προοδευτικών πολιτών που αναζητούσαν πιο ριζοσπαστική κοινωνική εκπροσώπηση. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο τότε άρχισε δειλά να αποκτά ακροατήριο στον χώρο της ευρωπαϊκής αριστεράς και της οικολογικής πολιτικής, χωρίς όμως ακόμη να έχει συγκροτήσει ένα καθαρό και πλειοψηφικό κυβερνητικό αφήγημα.
Η περίοδος 2000-2010 σηματοδότησε την άνοδο μιας λαϊκής δεξιάς ρητορικής, αλλά και την πρώτη ουσιαστική αμφισβήτηση της απόλυτης πολιτικής κυριαρχίας του ΠΑΣΟΚ στον προοδευτικό χώρο. Μέσα σε αυτό το ταραγμένο πολιτικό τοπίο, η διακυβέρνηση του αποτέλεσε μια σύντομη αλλά σημαντική περίοδο προοδευτικής ανάτασης. Η καθιέρωση της «Διαύγειας» υπήρξε ίσως μία από τις σημαντικότερες θεσμικές μεταρρυθμίσεις διαφάνειας στη σύγχρονη Ελλάδα, καθώς εισήγαγε μια νέα λογική δημόσιου ελέγχου απέναντι στη διοικητική αυθαιρεσία και τη διαπλοκή. Ωστόσο, η πολιτική και εσωκομματική αποδόμηση του Γιώργου Παπανδρέου, σε συνδυασμό με τη μετέπειτα συγκυβέρνηση με τη Δεξιά του , προκάλεσαν βαθύ ιδεολογικό τραύμα σε ένα μεγάλο κομμάτι της κεντροαριστεράς, που αισθάνθηκε ότι οι διαχωριστικές γραμμές με τη συντηρητική παράταξη άρχισαν να θολώνουν επικίνδυνα.
Από το 2015 έως και τα μέσα της δεκαετίας του 2020, ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα κατάφερε να κατακτήσει την πρωτοκαθεδρία στον λεγόμενο προοδευτικό χώρο μέσα από την καθομολογιαν ψήφο διαμαρτυρίας που δεν στράφηκε στην Ακροδεξιά ή τον Δεξιό λαϊκισμό, μα σε ένα αφήγημα που ακουμπούσε στον λαϊκισμό μεν, είχε όμως μνήμη δημοκρατικής ανατροπής, εκφράζοντας την κοινωνική οργή απέναντι στη λιτότητα, τη διάλυση του κοινωνικού κράτους και τη φτωχοποίηση μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, το ΠΑΣΟΚ έχασε τον ιστορικό του ρόλο ως ο κυρίαρχος εκφραστής της ελληνικής κεντροαριστεράς. Όμως αυτή η μετατόπιση δεν οδήγησε σε μια ώριμη σύνθεση του χώρου. Αντίθετα, δημιούργησε ένα βαθύ πολιτικό ρήγμα, συχνά φορτισμένο από προσωπικές στρατηγικές, κομματικούς εγωισμούς και αδυναμία συγκρότησης ενός κοινού οράματος απέναντι στη συντηρητική κυριαρχία.
Σε μια εποχή βαθιάς απαξίωσης της κεντρικής πολιτικής σκηνής, όπου οι κυβερνήσεις συχνά εμφανίζονται εγκλωβισμένες σε μηχανισμούς εξουσίας, οικονομικά λόμπι και επικοινωνιακή διαχείριση, ένα μεγάλο μέρος των κοινωνιών στράφηκε σχεδόν αυτονόητα στην πρώτη βαθμίδα πολιτικής: την αυτοδιοίκηση. Εκεί όπου η πολιτική δεν κρίνεται από συνθήματα, αλλά από το αν λειτουργεί το σχολείο της γειτονιάς, αν υπάρχει προσβάσιμος δημόσιος χώρος, αν ο πολίτης αισθάνεται ασφαλής, ορατός και συμμέτοχος. Σε πολλές μεγάλες πόλεις του κόσμου, οι πιο ενδιαφέρουσες προοδευτικές πολιτικές εφαρμόζονται πλέον σε τοπικό επίπεδο. Στη Νέα Υόρκη, ο Ζόραν Μαμντάνι εξέφρασε μια νέα γενιά πολιτικής που επαναφέρει στο επίκεντρο τη στεγαστική κρίση, τις κοινωνικές ανισότητες και την ανάγκη επανασύνδεσης της πολιτικής με τους νέους ανθρώπους και τις πολυπολιτισμικές κοινότητες. Στη Βαρκελώνη, ο Ζάουμε Κολμπόνι επιχειρεί να συνεχίσει μια μακρά παράδοση αστικών πολιτικών που δίνουν έμφαση στη βιώσιμη κινητικότητα, στην κοινωνική κατοικία, στη δημοκρατική χρήση του δημόσιου χώρου και στην ποιότητα ζωής των κατοίκων απέναντι στην ανεξέλεγκτη τουριστικοποίηση και την εμπορευματοποίηση της πόλης. Στην Αθήνα, ο Χάρης Δούκας εξελέγη με το σύνθημα «Ενώνουμε δυνάμεις, κερδίζουμε την ελπίδα», επιχειρώντας να επαναφέρει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης την κοινωνική συνοχή, την ανθεκτικότητα της πόλης και τη μείωση των ανισοτήτων ως βασικό πυρήνα μιας σύγχρονης προοδευτικής πολιτικής. Άλλωστε, ήταν από τους πρώτους στην εγχώρια πολιτική σκηνή που διατύπωσαν με σαφήνεια πως προοδευτικό είναι ό,τι μειώνει τις ανισότητες, επαναφέροντας στον δημόσιο διάλογο μια θεμελιώδη πολιτική αξία που για χρόνια έμοιαζε να υποχωρεί μπροστά στην κυριαρχία της επικοινωνίας και της διαχείρισης. Και στην Ελλάδα, παρά τις δομικές παθογένειες του κράτους, η αυτοδιοίκηση αρχίζει ξανά να λειτουργεί ως πεδίο πολιτικής αναζήτησης για ένα προοδευτικό κοινό που ζητά χειροπιαστές λύσεις, διαφάνεια, συμμετοχή και κοινωνική ευαισθησία. Γιατί τελικά, προοδευτική πολιτική δεν είναι μόνο οι μεγάλες ιδεολογικές διακηρύξεις. Είναι και η καθημερινή μάχη για μια πιο ανθρώπινη πόλη, μια πιο δίκαιη κοινωνία και μια δημοκρατία που δεν εξαντλείται κάθε τέσσερα χρόνια στην κάλπη.
Αν επιχειρήσουμε σήμερα μια συνολική ανασκόπηση, ίσως η απάντηση να είναι πιο απλή από όσο δείχνει η κομματική αντιπαράθεση. Προοδευτικό είναι ό,τι μειώνει τις κοινωνικές ανισότητες. Ό,τι ενισχύει τη δημοκρατία και θωρακίζει το κράτος δικαίου. Ό,τι λειτουργεί ως ανάχωμα απέναντι στη νεοφιλελεύθερη απορρύθμιση και την ακροδεξιά ρητορική του φόβου και του αποκλεισμού. Προοδευτικό είναι ό,τι δημιουργεί αισιοδοξία και προοπτική για τους ανθρώπους που εργάζονται, αγωνιούν και δυσκολεύονται. Ό,τι υπηρετεί το κοινωνικά δίκαιο και όχι τη συσσώρευση προνομίων για λίγους και ισχυρούς.
Είναι οι πολιτικές που επενδύουν στη δημόσια υγεία και τη δημόσια παιδεία. Είναι οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις που καθιστούν τη διαφάνεια και τη λογοδοσία αδιαπραγμάτευτες. Είναι οι επιλογές που σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ισότητα, τη διαφορετικότητα και την αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου. Είναι η βιώσιμη ανάπτυξη απέναντι στην ασυδοσία των καρτέλ και της ανεξέλεγκτης αγοράς. Είναι η πολιτική που βλέπει το περιβάλλον όχι ως εμπόδιο στην ανάπτυξη, αλλά ως προϋπόθεση επιβίωσης των επόμενων γενεών. Είναι κάθε ριζοσπαστική αλλά εφαρμόσιμη ιδέα που μπορεί να εμπνεύσει ξανά μια κοινωνία κουρασμένη από τον κυνισμό και τη διαχείριση της παρακμής.
Και τελικά, ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία. Τα κόμματα δεν είναι ιδιοκτήτες της προόδου. Ούτε τα πρόσωπα. Είναι απλώς προσωρινοί εκφραστές ιστορικών και κοινωνικών αναγκών. Η πρόοδος ανήκει πάντα στην κοινωνία. Στους ανθρώπους που επιμένουν να διεκδικούν περισσότερη δημοκρατία, περισσότερη δικαιοσύνη και περισσότερη ανθρωπιά, ακόμη και όταν το πολιτικό σύστημα μοιάζει ανίκανο να τις προσφέρει.
