ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Η γενιά του ενοικίου: Πώς η Ελλάδα της ΝΔ μετέτρεψε την αυτονομία των νέων σε είδος πολυτελείας
Toυ Γαβρή Άγγελου
Στην Ελλάδα του 2026, η ενηλικίωση δεν μετριέται πια με όνειρα, σχέδια και προοπτικές, αλλά με το αν μπορεί κανείς να πληρώσει ένα νοίκι χωρίς να θυσιάσει την αξιοπρέπειά του. Η στεγαστική κρίση δεν είναι μια «παρενέργεια της αγοράς», όπως επιμένει να παρουσιάζει η νεοφιλελεύθερη κυβερνητική ρητορική. Είναι το άμεσο αποτέλεσμα μιας πολιτικής επιλογής που αντιμετώπισε τη στέγη όχι ως κοινωνικό δικαίωμα, αλλά ως επενδυτικό προϊόν για funds, real estate χαρτοφυλάκια και golden visa επενδυτές.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά και πολιτικά εκκωφαντικά. Η Ελλάδα καταγράφει τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση ενοικίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την ώρα που οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι σε επίπεδα που θυμίζουν μνημονιακή δεκαετία. Στην Αθήνα, ένα μικρό διαμέρισμα κοστίζει σχεδόν όσο σε μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, αλλά ο εργαζόμενος νέος αμείβεται με αποδοχές που δεν επαρκούν ούτε για τα στοιχειώδη. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία όπου το 70% του εισοδήματος ενός ανθρώπου εξανεμίζεται μόνο και μόνο για να κρατήσει ένα κλειδί στο χέρι του.
Κι όμως, αντί η κυβέρνηση να αναγνωρίσει το αδιέξοδο που η ίδια συντηρεί, επιχειρεί να μεταθέσει την ευθύνη στους ίδιους τους νέους. Η γνωστή θεωρία της «βολεμένης γενιάς» επανέρχεται ως εργαλείο κοινωνικού αυτοματισμού: αν μένεις ακόμη με τους γονείς σου, φταις εσύ που δεν «τολμάς», όχι το οικονομικό μοντέλο που μετατρέπει την ανεξάρτητη διαβίωση σε προνόμιο λίγων. Πρόκειται για μια βαθιά ταξική αφήγηση, που συγκαλύπτει το γεγονός ότι η εργασία στην Ελλάδα δεν εξασφαλίζει πλέον αξιοπρεπή ζωή.
Η ανεξαρτησία για τη νέα γενιά έχει μετατραπεί σε πολυτέλεια με τιμή αγοράς. Οι γειτονιές αλλάζουν χαρακτήρα, οι πολυκατοικίες αδειάζουν από μόνιμους κατοίκους και γεμίζουν βραχυχρόνιες μισθώσεις, ενώ ολόκληρες περιοχές λειτουργούν πλέον αποκλειστικά για τουριστική εκμετάλλευση. Η επέλαση του Airbnb, η απουσία ουσιαστικής κοινωνικής κατοικίας και η ανεξέλεγκτη εμπορευματοποίηση της στέγης δημιούργησαν μια νέα μορφή αστικού αποκλεισμού: οι νέοι εκτοπίζονται από τις ίδιες τις πόλεις τους.
Το πιο οξύμωρο είναι ότι η ίδια πολιτική ηγεσία που μιλά για «ανάπτυξη» και «επενδυτική άνθηση» εμφανίζεται έκπληκτη μπροστά στην υπογεννητικότητα και στη φυγή νέων ανθρώπων στο εξωτερικό. Όταν δύο εργαζόμενοι δυσκολεύονται να καλύψουν το ενοίκιο, το ρεύμα και τα βασικά έξοδα διαβίωσης, η δημιουργία οικογένειας μετατρέπεται σε άπιαστο στόχο. Η κοινωνική ανασφάλεια δεν είναι ψυχολογικό πρόβλημα μιας «κακομαθημένης γενιάς». Είναι συνέπεια ενός οικονομικού μοντέλου που διαλύει κάθε έννοια σταθερότητας.
Κάτω από αυτή τη συνθήκη, τα κυβερνητικά επιδόματα μοιάζουν περισσότερο με επικοινωνιακά παυσίπονα παρά με λύσεις. Η επιστροφή ενός μικρού μέρους του ενοικίου ή τα περιορισμένα στεγαστικά βοηθήματα δεν αντιμετωπίζουν τη ρίζα του προβλήματος: ότι η αγορά κατοικίας έχει αφεθεί πλήρως στις δυνάμεις της κερδοσκοπίας, χωρίς κοινωνικούς φραγμούς και χωρίς δημόσια πολιτική προστασίας των ενοικιαστών.
Η συζήτηση για τη στέγαση δεν αφορά μόνο την οικονομία. Αφορά τη δημοκρατία, την κοινωνική συνοχή και το δικαίωμα μιας γενιάς να φανταστεί το μέλλον της χωρίς φόβο. Όσο η κατοικία αντιμετωπίζεται ως χρηματιστηριακό asset και όχι ως θεμελιώδες κοινωνικό αγαθό, η Ελλάδα θα συνεχίσει να παράγει νέους ανθρώπους εγκλωβισμένους ανάμεσα στην επισφάλεια, την εξάρτηση και τη ματαίωση.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο πολιτικό συμπέρασμα της εποχής: μια χώρα που δεν μπορεί να στεγάσει τη νεολαία της, δεν στερεί μόνο τετραγωνικά μέτρα από τους πολίτες της. Στερεί προοπτική, αξιοπρέπεια και τελικά το ίδιο το δικαίωμα στη ζωή με όρους ελευθερίας.
