ΔΙΕΘΝΗ
Στεγαστικό: Η πολιτική του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού στην Νέα Υόρκη αποδίδει καρπούς και “σπάει” τα “καρτέλ” των ιδιοκτητών κατοικιών
Η επιλογή του Zohran Mamdani να προτείνει τον John Mangin για την προεδρία του Board of Standards and Appeals, ενός ανεξάρτητου οργάνου με κρίσιμο ρόλο στις πολεοδομικές εξαιρέσεις της Νέας Υόρκης, ανοίγει μια ουσιαστική πολιτική συζήτηση για το ποιος αποφασίζει τελικά ποια πόλη μπορεί να χτιστεί και για ποιους.
Ο Mangin, που σήμερα είναι διευθυντής στεγαστικής πολιτικής στο Department of City Planning, έχει διατυπώσει εδώ και χρόνια ιδιαίτερα σαφείς θέσεις υπέρ της αύξησης της προσφοράς κατοικιών. Σε άρθρο του το 2014 στο Stanford Law and Policy Review είχε ασκήσει σκληρή κριτική στους πλούσιους ιδιοκτήτες κατοικιών που, όπως υποστήριζε, λειτουργούν ως «καρτέλ» όταν εμποδίζουν νέες κατασκευές σε περιοχές υψηλής ζήτησης, προκειμένου να προστατεύσουν τις αξίες των ακινήτων και τη φορολογική τους θέση.
Η συγκεκριμένη θέση βρίσκεται στον πυρήνα της δημοκρατικής σοσιαλιστικής ατζέντας για τη στέγαση που έχει αναδειχθεί στη Νέα Υόρκη. Το πρόβλημα για τη διοίκηση Μαμντάνι δεν είναι απλώς πόσα διαμερίσματα θα κατασκευαστούν. Είναι ποιος έχει τη δυνατότητα να καθορίζει τους όρους ανάπτυξης μιας πόλης όπου το κόστος κατοικίας έχει καταστεί κρίσιμο κοινωνικό ζήτημα.
Ο Mangin έχει επίσης ασκήσει κριτική σε πρακτικές όπως οι community benefit agreements, μέσω των οποίων οι developers διαπραγματεύονται με τις τοπικές κοινότητες ανταλλάγματα για την υλοποίηση νέων έργων, αλλά και στο λεγόμενο downzoning, δηλαδή στον περιορισμό της δυνατότητας νέας δόμησης μέσω αλλαγών στους πολεοδομικούς κανόνες.
Ακριβώς εδώ εμφανίζονται οι αντιδράσεις ορισμένων μελών του Δημοτικού Συμβουλίου. Η πρόεδρος του Συμβουλίου Julie Menin αναγνώρισε ότι υπάρχουν ανησυχίες για προηγούμενες δημόσιες τοποθετήσεις του υποψηφίου, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι το Συμβούλιο είναι «pro-housing».
Η αντίδραση αυτή έχει πολιτική σημασία. Γιατί η Νέα Υόρκη βρίσκεται μπροστά σε μια επιλογή που ξεπερνά ένα πρόσωπο και μια διοικητική θέση. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η λογική σύμφωνα με την οποία η περισσότερη κατοικία και η αλλαγή των περιορισμών δόμησης μπορούν να αντιμετωπίσουν την έλλειψη προσφοράς. Από την άλλη βρίσκονται οι τοπικές κοινωνίες, οι ιδιοκτήτες και οι αιρετοί που υποστηρίζουν ότι η ανάπτυξη πρέπει να ελέγχεται ώστε να προστατεύονται οι γειτονιές και ο χαρακτήρας τους.
Η πολιτική πρόκληση για τον Μαμντάνι είναι ακριβώς αυτή: να αποδείξει ότι η προσιτή κατοικία δεν μπορεί να παραμένει σύνθημα, αλλά χρειάζεται σύγκρουση με τους μηχανισμούς που περιορίζουν την παραγωγή νέων κατοικιών.
Η δημοκρατική σοσιαλιστική προσέγγιση που εκπροσωπεί η νέα δημοτική διοίκηση αντιμετωπίζει τη στέγαση ως κοινωνικό δικαίωμα και όχι αποκλειστικά ως επενδυτικό προϊόν. Σε αυτή τη λογική, η πολεοδομία δεν είναι ουδέτερη τεχνική διαδικασία. Οι αποφάσεις για το πού, πόσο και τι θα χτιστεί καθορίζουν ποιοι μπορούν να παραμείνουν στην πόλη και ποιοι εκτοπίζονται από αυτήν.
Η υποψηφιότητα Mangin, επομένως, μπορεί να διαβαστεί ως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας της διοίκησης Μαμντάνι να μεταφέρει το επίκεντρο της στεγαστικής πολιτικής από την προστασία των υφιστάμενων αξιών γης προς την αύξηση της προσφοράς κατοικίας και την αντιμετώπιση του στεγαστικού κόστους.
Και αυτό εξηγεί γιατί η συζήτηση είναι τόσο έντονη. Η αλλαγή των πολεοδομικών κανόνων αγγίζει άμεσα την αξία της γης, τις επενδύσεις, τις γειτονιές και τα συμφέροντα ιδιοκτητών. Για μια κυβέρνηση πόλης που έχει θέσει την προσιτή στέγαση στον πυρήνα της πολιτικής της, η σύγκρουση αυτή δεν είναι περιφερειακή. Είναι κεντρική.
Ο Μαμντάνι επιχειρεί να κάνει κάτι δύσκολο: να αναμετρηθεί με την κρίση κατοικίας όχι μόνο μέσα από επιδοτήσεις και κοινωνικές παροχές, αλλά παρεμβαίνοντας στον ίδιο τον μηχανισμό που καθορίζει την παραγωγή κατοικίας και τη χρήση της γης.
Η τελική έγκριση του Mangin απαιτεί τη στήριξη τουλάχιστον 26 από τα 51 μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου. Η ψηφοφορία, επομένως, θα είναι κάτι περισσότερο από μια τυπική διαδικασία διορισμού. Θα αποτελέσει ένα ακόμη τεστ για το κατά πόσο η Νέα Υόρκη είναι έτοιμη να προχωρήσει σε μια πολιτική στεγαστικής αλλαγής που αμφισβητεί παγιωμένες ισορροπίες και βάζει στο κέντρο τον άνθρωπο που αναζητά ένα σπίτι που μπορεί πραγματικά να πληρώσει.
