Connect with us

ΔΙΕΘΝΗ

Παιδική φτώχεια: Η τραγική θέση -σοκ- της Ελλάδας στην παγκόσμια κατάταξη

Published

on

Πρώτη η Αμερική, έβδομη η Ελλάδα. Μια κατάταξη που κανονικά θα έπρεπε να προκαλεί πολιτικό συναγερμό. Όχι επειδή η Ελλάδα βρίσκεται πίσω από τις Ηνωμένες Πολιτείες — οι οποίες, άλλωστε, εμφανίζονται στην κορυφή της συγκεκριμένης λίστας με ποσοστό παιδικής φτώχειας 21,1% — αλλά επειδή μια χώρα που θέλει να αυτοπαρουσιάζεται ως «success story» της Ευρώπης εξακολουθεί να έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά παιδικής φτώχειας μεταξύ των πλούσιων χωρών.

Η ανάρτηση του Bernie Sanders στο X αναδεικνύει τα στοιχεία του ΟΟΣΑ για την παιδική φτώχεια: ΗΠΑ 21,1%, Ηνωμένο Βασίλειο 15,8%, Ιταλία 14,5%, Καναδάς 14%, Λουξεμβούργο 13,5%, Πορτογαλία 12,5% και Ελλάδα 12,3%, στην έβδομη θέση της συγκεκριμένης κατάταξης. Τα στοιχεία αφορούν τον δείκτη σχετικής εισοδηματικής φτώχειας των παιδιών και, όπως συμβαίνει με τη βάση δεδομένων του ΟΟΣΑ, οι τελευταίες διαθέσιμες παρατηρήσεις δεν είναι κατ’ ανάγκη του ίδιου έτους για όλες τις χώρες.

Και εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη δημοσιογραφική παγίδα: το 12,3% δεν είναι το σημερινό συνολικό μέτρο της παιδικής φτώχειας στην Ελλάδα. Τα νεότερα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, για το 2025 με εισοδήματα αναφοράς του 2024, δείχνουν ότι το ποσοστό των παιδιών 0-17 ετών που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις ανέρχεται σε 22,8%, αυξημένο κατά 0,4 μονάδες σε σχέση με το 2024. Δηλαδή σχεδόν ένα στα τέσσερα παιδιά.

Αν μάλιστα αφήσουμε για λίγο στην άκρη τους δείκτες εισοδήματος και κοιτάξουμε την πραγματική καθημερινότητα των οικογενειών, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σκληρή. Το 2024, σύμφωνα με τη Eurostat, η Ελλάδα είχε το υψηλότερο ποσοστό παιδιών κάτω των 16 ετών που αντιμετώπιζαν υλική στέρηση σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση: 33,6%. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν μόλις 13,6%.

Advertisement

Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει απλώς ένα πρόβλημα στατιστικής φτώχειας. Αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα πραγματικής αδυναμίας των οικογενειών να εξασφαλίσουν στα παιδιά τους πράγματα που θεωρούνται στοιχειώδη για ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης.

Και η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο έντονη όταν συγκριθεί με το επίσημο κυβερνητικό αφήγημα. Η κυβέρνηση μιλά διαρκώς για ανάπτυξη, επενδυτική βαθμίδα, ρυθμούς μεγέθυνσης, δημοσιονομικά πλεονάσματα και αύξηση του ΑΕΠ. Όμως η ανάπτυξη αποκτά πολιτικό νόημα μόνο όταν μεταφράζεται σε καλύτερη ζωή για την κοινωνική πλειονότητα. Δεν αποτελεί κοινωνική επιτυχία μια οικονομία να μεγαλώνει, ενώ ένα στα τέσσερα παιδιά εξακολουθεί να βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το συνολικό ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού έφτασε το 27,5% το 2025, δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά τη Βουλγαρία.

Η εικόνα δεν είναι συνεπώς ένα μεμονωμένο πρόβλημα των παιδιών. Είναι η κορυφή ενός πολύ μεγαλύτερου κοινωνικού παγόβουνου: χαμηλοί μισθοί, ακριβή στέγη, υψηλό κόστος τροφίμων και ενέργειας, στεγαστική κρίση και ανεπαρκές διαθέσιμο εισόδημα συνθέτουν ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η οικογένεια καλείται να καλύψει όλο και περισσότερες ανάγκες με εισοδήματα που δεν ακολουθούν το πραγματικό κόστος ζωής.

Advertisement

Και την ώρα που οι οικογένειες μετρούν τα ευρώ στο σούπερ μάρκετ, την ίδια ώρα η συζήτηση για τα υπερκέρδη και τα περιθώρια κέρδους μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων δεν έχει κλείσει. Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος είχε προειδοποιήσει ήδη από το 2023 για τον κίνδυνο της λεγόμενης «profit inflation», ζητώντας περιορισμό των περιθωρίων κέρδους και εντονότερους ελέγχους απέναντι σε φαινόμενα αισχροκέρδειας και ολιγοπωλιακών πρακτικών.

Δεν πρόκειται, επομένως, για μια αυθαίρετη πολιτική κατασκευή. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επισημάνει ότι η Ελλάδα χρειάζεται ενίσχυση του ανταγωνισμού, ενώ η ευρωπαϊκή έρευνα για την εξέλιξη του ανταγωνισμού έχει καταγράψει ευρύτερα στην Ευρώπη αύξηση της συγκέντρωσης και των περιθωρίων κέρδους.

Το ζήτημα είναι ακόμη πιο προκλητικό στην ενέργεια. Η Metlen ανακοίνωσε για το 2024 EBITDA-ρεκόρ ύψους 1,08 δισ. ευρώ και καθαρά κέρδη 615 εκατ. ευρώ. Η HELLENiQ ENERGY ανακοίνωσε για το 2025 προσαρμοσμένο EBITDA 1,132 δισ. ευρώ και προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη 503 εκατ. ευρώ, ενώ χαρακτήρισε την κερδοφορία της εγχώριας και διεθνούς εμπορίας ιστορικά υψηλή.

Αυτό από μόνο του δεν σημαίνει ότι η κερδοφορία μιας επιχείρησης είναι παράνομη ή ότι υπάρχει αποδεδειγμένη συνεννόηση μεταξύ επιχειρήσεων. Σημαίνει όμως ότι η πολιτεία έχει υποχρέωση να εξετάζει εάν η λειτουργία των αγορών παράγει δίκαιες τιμές και εάν η οικονομική ανάπτυξη κατανέμεται με τρόπο που προστατεύει τους καταναλωτές και ιδιαίτερα τις ευάλωτες οικογένειες.

Advertisement

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης.

Γιατί όταν η Ελλάδα βρίσκεται στην κορυφή της Ευρώπης στην παιδική υλική στέρηση, όταν το 22,8% των παιδιών βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας και όταν το 27,5% του πληθυσμού βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, δεν αρκεί η επίκληση των δημοσιονομικών επιδόσεων.

Η κυβέρνηση μπορεί να επικαλείται την αύξηση του κατώτατου μισθού. Μπορεί να επικαλείται τα επιδόματα. Μπορεί να επικαλείται την ανάπτυξη. Μπορεί να επικαλείται τις επενδύσεις. Όμως οι αριθμοί της καθημερινότητας θέτουν ένα πολύ πιο σκληρό ερώτημα: τι μένει τελικά στην οικογένεια μετά το ενοίκιο, το ρεύμα, το σούπερ μάρκετ, τα καύσιμα, τα σχολικά έξοδα και τις υπόλοιπες βασικές ανάγκες;

Η απάντηση βρίσκεται εν μέρει σε έναν ιδιαίτερα αποκαλυπτικό αριθμό της ΕΛΣΤΑΤ. Το κατώφλι κινδύνου φτώχειας για ένα νοικοκυριό με δύο ενήλικες και δύο παιδιά κάτω των 14 ετών ήταν το 2025 14.742 ευρώ ετησίως.

Advertisement

Αυτό σημαίνει περίπου 1.228 ευρώ τον μήνα για ολόκληρη την οικογένεια ως όριο σχετικής φτώχειας. Ένας αριθμός που γίνεται ακόμη πιο σκληρός όταν απέναντί του βρίσκονται οι πραγματικές τιμές της κατοικίας, της ενέργειας και της διατροφής.

Η Ελλάδα έχει, ασφαλώς, κάνει βήματα από τα χρόνια της βαθιάς κρίσης. Η ίδια η UNICEF καταγράφει ότι το ποσοστό των παιδιών σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού μειώθηκε σημαντικά σε σχέση με το 2015. Όμως ταυτόχρονα επισημαίνει ότι η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται ανάμεσα στα κράτη της ΕΕ με τις υψηλότερες σχετικές επιβαρύνσεις.

Άρα το πολιτικό ερώτημα δεν είναι εάν η Ελλάδα είναι σήμερα καλύτερα από το 2015. Το ερώτημα είναι εάν μια χώρα που το 2026 δηλώνει ότι έχει αφήσει πίσω της την κρίση μπορεί να θεωρεί επιτυχία το γεγονός ότι σχεδόν ένα στα τέσσερα παιδιά κινδυνεύει ακόμη από τη φτώχεια.

Και εδώ η σύγκριση με άλλες χώρες γίνεται ιδιαίτερα διδακτική. Η UNICEF έχει δείξει ότι ο πλούτος μιας χώρας δεν αρκεί από μόνος του για να εξασφαλίσει χαμηλή παιδική φτώχεια. Η κοινωνική πολιτική, οι οικογενειακές παροχές, οι μισθοί, η στέγαση και η πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες κάνουν τη διαφορά. Η ίδια η UNICEF αναφέρει ως παραδείγματα χώρες όπως η Σλοβενία και η Πολωνία, όπου πολιτικές αύξησης του εισοδήματος και ενίσχυσης των οικογενειακών παροχών συνέβαλαν στη μείωση της παιδικής φτώχειας.

Advertisement

Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό δίλημμα που η κυβέρνηση αποφεύγει να συζητήσει. Ποια οικονομία θέλουμε; Μια οικονομία όπου τα κέρδη συγκεντρώνονται στην κορυφή ή μια οικονομία όπου η ανάπτυξη επιστρέφει στην κοινωνία ως καλύτεροι μισθοί, φθηνότερη στέγη, δημόσιες υπηρεσίες και ασφάλεια για τα παιδιά;

Δεν χρειάζεται να υιοθετήσει κανείς άκριτα το πολιτικό μήνυμα του Bernie Sanders για να αντιληφθεί το αυτονόητο. Όταν ένας Αμερικανός γερουσιαστής χρησιμοποιεί τα στοιχεία του ΟΟΣΑ για να καταγγείλει ότι η πλουσιότερη χώρα του κόσμου αφήνει εκατομμύρια παιδιά στη φτώχεια, το μήνυμα έχει αξία και για την Ελλάδα. Η οικονομική ανάπτυξη χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι ολοκληρωμένη ανάπτυξη.

Και στην Ελλάδα η αντίφαση είναι πλέον δύσκολο να κρυφτεί πίσω από επικοινωνιακούς δείκτες.

Από τη μία πλευρά, οικογένειες που δυσκολεύονται να πληρώσουν το σούπερ μάρκετ, το ενοίκιο και το ρεύμα. Από την άλλη, μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι που ανακοινώνουν εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ κέρδη. Από τη μία, ένα παιδί που στερείται βασικά αγαθά. Από την άλλη, μια οικονομία στην οποία η συγκέντρωση ισχύος και πλούτου παραμένει κρίσιμο ζήτημα ανταγωνισμού. Από τη μία, η κυβερνητική πανηγυρική ρητορική για την ανάπτυξη. Από την άλλη, οι σκληροί δείκτες της καθημερινότητας.

Advertisement

Αυτή είναι η μεγάλη αποτυχία που δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από το ΑΕΠ.

Γιατί μια χώρα κρίνεται τελικά από το πώς ζουν τα παιδιά της.

Και αν η Ελλάδα του 2026 εξακολουθεί να αφήνει σχεδόν ένα στα τέσσερα παιδιά σε κίνδυνο φτώχειας, ενώ ταυτόχρονα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό παιδικής υλικής στέρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τότε το πρόβλημα δεν είναι απλώς οικονομικό. Είναι βαθιά πολιτικό, κοινωνικό και ηθικό.

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει κάθε δικαίωμα να παρουσιάζει τους δικούς της δείκτες ως επιτυχία. Έχει όμως και την υποχρέωση να απαντήσει στους δείκτες που δεν βολεύουν το αφήγημά της.

Advertisement

Γιατί πίσω από κάθε ποσοστό παιδικής φτώχειας δεν υπάρχει ένας αριθμός. Υπάρχει ένα παιδί. Και πίσω από κάθε παιδί υπάρχει μια οικογένεια που παλεύει να τα βγάλει πέρα.

Κανένα «success story» δεν μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωμένο όσο αυτά τα παιδιά περιμένουν ακόμη το δικό τους.