ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Υποκλοπές: Η υπόθεση Κουκάκη στο Στρασβούργο – Στο μικροσκόπιο πλέον και η ίδια η δικαστική διερεύνηση
Νέα προσφυγή κατά της Ελλάδας στο ΕΔΔΑ – Οι αιτιάσεις για ΕΥΠ και Predator, το ζήτημα της αμεροληψίας και ο ρόλος του τότε Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου
Η υπόθεση των υποκλοπών, που επί τέσσερα χρόνια εξακολουθεί να παράγει πολιτικές και δικαστικές εκκρεμότητες, περνά εκ νέου τα σύνορα της χώρας. Ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατά της Ελλάδας, υποστηρίζοντας ότι οι ελληνικές αρχές δεν διερεύνησαν με ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αποτελεσματικό τρόπο τη διπλή παρακολούθησή του από την ΕΥΠ και μέσω του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη θεσμική βαρύτητα. Η νέα προσφυγή δεν αφορά αποκλειστικά το εάν και με ποιον τρόπο παρακολουθήθηκε ο δημοσιογράφος. Στο επίκεντρο τίθεται πλέον και ο τρόπος με τον οποίο η ίδια η υπόθεση διερευνήθηκε από τις ελληνικές δικαστικές αρχές, με τον προσφεύγοντα να επικαλείται, μεταξύ άλλων, το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου περί δίκαιης δίκης και αντικειμενικής αμεροληψίας.
Από τις παρακολουθήσεις στην έρευνα για τις παρακολουθήσεις
Κεντρικό σημείο της προσφυγής αποτελεί ο χειρισμός της ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε μετά την απόφαση ΒΜ 853/2026 του Β΄ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το δικαστήριο είχε κρίνει ενόχους τέσσερις κατηγορουμένους στην υπόθεση Predator και είχε παράλληλα διατάξει περαιτέρω διερεύνηση για ενδεχόμενα πρόσθετα αδικήματα, μεταξύ των οποίων η κατασκοπεία, αλλά και για την ταυτοποίηση των πραγματικών ωφελουμένων από τις παράνομες παρακολουθήσεις. Οι καταδικασθέντες έχουν λάβει αναστολή έως την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προσφυγή και στο δελτίο Τύπου των πληρεξουσίων δικηγόρων του Κουκάκη, ο τότε Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Τζαβέλλας ανέλαβε προσωπικά τον χειρισμό της δικογραφίας και στις 27 Απριλίου 2026 εξέδωσε πράξη μη ανάσυρσης και μη επανεξέτασης της υπόθεσης που είχε προηγουμένως αρχειοθετηθεί από τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση.
Το κρίσιμο ζήτημα της αμεροληψίας
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται μία από τις σοβαρότερες αιτιάσεις της προσφυγής. Κατά την πλευρά Κουκάκη, ο Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, όταν υπηρετούσε ως εποπτεύων εισαγγελικός λειτουργός της ΕΥΠ, είχε υπογράψει τις διατάξεις για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του δημοσιογράφου το καλοκαίρι του 2020. Αργότερα κλήθηκε, από διαφορετική πλέον θεσμική θέση, να χειριστεί δικογραφία η οποία δυνητικά μπορούσε να αγγίξει και προγενέστερες υπηρεσιακές πράξεις του.
Η πλευρά του δημοσιογράφου υποστηρίζει ότι από αυτή τη συνθήκη προκύπτει ζήτημα αντικειμενικής αμεροληψίας, επισημαίνοντας παράλληλα ότι δεν υπήρξε αυτοβούλως αποχή ούτε, σύμφωνα με την προσφυγή, εξέταση σχετικού αιτήματος εξαίρεσης. Το εάν οι αιτιάσεις αυτές στοιχειοθετούν παραβίαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης είναι, βεβαίως, ζήτημα που θα κριθεί από το ΕΔΔΑ και δεν μπορεί να προεξοφληθεί.
ΕΥΠ και Predator στο ίδιο ευρωπαϊκό κάδρο
Η προσφυγή δεν σταματά στο άρθρο 6. Ο Κουκάκης επικαλείται επίσης το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, για την προστασία της ιδιωτικής ζωής και των επικοινωνιών, το άρθρο 10, που αφορά την ελευθερία της έκφρασης και αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της δημοσιογραφικής ιδιότητας του προσφεύγοντος και της προστασίας των πηγών, καθώς και το άρθρο 13, σχετικά με το δικαίωμα πραγματικής και αποτελεσματικής προσφυγής.
Κατά τους ισχυρισμούς που διατυπώνονται ενώπιον του Στρασβούργου, δεν διερευνήθηκαν επαρκώς ο πραγματικός σκοπός της στοχοποίησης, τα πρόσωπα που ενδεχομένως ωφελήθηκαν από τη χρήση του Predator και οι πιθανές διασυνδέσεις μεταξύ της κρατικής επισύνδεσης μέσω ΕΥΠ και της παράνομης παρακολούθησης με κατασκοπευτικό λογισμικό. Πρόκειται για ισχυρισμούς που πλέον τίθενται προς αξιολόγηση ενώπιον ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου.
Μια υπόθεση που δεν έκλεισε
Η νέα προσφυγή έρχεται ενώ η υπόθεση εξακολουθεί να έχει ανοικτά δικαστικά μέτωπα στην Ελλάδα. Με την υπ’ αριθμόν 709/2026 απόφασή της, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας διέταξε την ΕΥΠ να διαβιβάσει τον υπηρεσιακό φάκελο που αφορά την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του Κουκάκη.
Την ίδια στιγμή, η απόφαση του Φεβρουαρίου του 2026 στην ποινική δίκη για το Predator κατέληξε στην καταδίκη και των τεσσάρων κατηγορουμένων, μεταξύ άλλων για πράξεις που αφορούσαν την παρακολούθηση του Κουκάκη, της Άρτεμις Σίφορντ και άλλων προσώπων. Η υπόθεση, συνεπώς, κάθε άλλο παρά μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα πολιτικό επεισόδιο που ανήκει στο παρελθόν.
Το πολιτικό και θεσμικό βάρος της προσφυγής
Για την κυβέρνηση Μητσοτάκη, η επιστροφή της υπόθεσης στο Στρασβούργο συνιστά μια νέα, δυσάρεστη υπενθύμιση ότι το κεφάλαιο των υποκλοπών δεν έκλεισε επειδή έπαψε να βρίσκεται καθημερινά στην κορυφή της πολιτικής επικαιρότητας.
Το ουσιώδες πλέον είναι ότι ενώπιον του ΕΔΔΑ δεν τίθενται μόνο οι αρχικές παρακολουθήσεις. Τίθεται προς κρίση, μέσα από τις αιτιάσεις του προσφεύγοντος, και ένα βαθύτερο θεσμικό ερώτημα: εάν το ελληνικό κράτος διέθεσε στον παρακολουθούμενο δημοσιογράφο ένα πραγματικά ανεξάρτητο και αποτελεσματικό σύστημα διερεύνησης και ένδικης προστασίας.
Και αυτό μετατοπίζει το βάρος της υπόθεσης. Από το ερώτημα «ποιος παρακολουθούσε ποιον» περνάμε πλέον και στο ερώτημα «ποιος ερεύνησε εκείνους που παρακολουθούσαν και με ποιες θεσμικές εγγυήσεις».
Η τελική απάντηση ανήκει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Πολιτικά, όμως, ένα πράγμα είναι ήδη σαφές: η υπόθεση των υποκλοπών παραμένει ανοιχτή και επιστρέφει στο ευρωπαϊκό προσκήνιο από την πόρτα της θεσμικής λογοδοσίας.
