ΓΝΩΜΕΣ
Η Δεξιά είναι ο ιδεολογικός αντίπαλος, ο “εχθρός” είναι ο “εξημερωμένος σοσιαλισμός”
Η προτεραιότητα του νέου ριζοσπαστικού σοσιαλισμού είναι μια μάχη που πρέπει πρώτα να δοθεί στο δικό του έδαφος, για να το πάρει πίσω από όσους το “επινοικιάζουν” στον αντίπαλο.
Γράφει ο Κωνσταντίνος Ταχτσίδης
Όταν ρωτήθηκε ποιο θεωρεί το μεγαλύτερο πολιτικό της επίτευγμα, η Μάργκαρετ Θάτσερ δεν ανέφερε τις ιδιωτικοποιήσεις, ούτε τη συντριβή των ανθρακωρύχων, ούτε καν τα Φόκλαντ.
Η απάντησή της ήταν «ο Τόνι Μπλερ και οι Νέοι Εργατικοί. Εξωθήσαμε τους αντιπάλους μας να αλλάξουν γνώμη».
Και είχε δίκιο.
Η μεγαλύτερη νίκη της ήταν ο “εξημερωμένος σοσιαλισμός“.
Η σοσιαλδημοκρατία που έμαθε να μην τρομάζει τις αγορές, να μην ενοχλεί τους ισχυρούς, να εγκαταλείψει το Κοινωνικό Κράτος και, κυρίως, να μη χρησιμοποιεί πολύ συχνά τη λέξη «σοσιαλισμός».
Ο “Τρίτος Δρόμος” που βάφτισε “Εκσυγχρονισμό” την ιδεολογική συντριβη
Ο περίφημος “Τρίτος Δρόμος” της σοσιαλδημοκρατίας παρουσίασε αυτή την υποχώρηση ως εκσυγχρονισμό και μάλλον ήταν η μόνη που πίστεψε τις μπαρούφες του Φράνσις Φουκουγιάμα για το “τέλος της Ιστορίας”, ότι δηλαδή η μεγάλη ιδεολογική σύγκρουση είχε τελειώσει, ότι η παγκοσμιοποίηση αποτελούσε περίπου φυσικό νόμο και ότι η δουλειά της Κεντροαριστεράς δεν ήταν πλέον να αντιταχθεί στον πανίσχυρο νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, αλλά να τον διαχειριστεί λίγο πιο “ανθρώπινα”.
Έτσι η αναδιανομή έγινε «δημοσιονομική πειθαρχία».
Το Κοινωνικό Κράτος έγινε «αναχρονισμός».
Τα ισχυρά συνδικάτα έγιναν «συντεχνίες».
Η ρητορική υπεράσπισης των αδύναμων έγινε «λαϊκισμός».
Δεν ήταν απλώς μια αλλαγή λεξιλογίου, αλλά μια συντριπτική ιδεολογική ήττα που σήμανε το τέλος της κοινωνικής Ευρώπης των λαών και την απαρχή της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών.
Η ιστορική σοσιαλδημοκρατία είχε δημιουργηθεί επειδή θεωρούσε ότι η αγορά παράγει ανισότητες απένατι στις οποίες η πολιτική οφείλει να δώσει μάχες προς όφελος των πολλών.
Η “εξημερωμένη” εκδοχή της όμως άρχισε να θεωρεί ότι η αγορά αποτελεί θέσφατο και ότι η πολιτική οφείλει, στα όρια του εφικτού, απλώς να περιορίζει διακριτικά τις πιο δυσμενείς συνέπειές της.
Προφανώς και δε μιλάμε για παρόμοιες θέσεις.
Η πρώτη βλέπει την οικονομία ως πεδίο δημοκρατικής σύγκρουσης.
Η δεύτερη ως τεχνικό σύστημα, μέσα στο οποίο η πολιτική πρέπει να κινείται χωρίς να προκαλεί αναστάτωση.
Και κάπως έτσι φτάσαμε στο μεγάλο ιδεολογικό παράδοξο των τελευταίων δεκαετιών. Κόμματα που γεννήθηκαν για να εκπροσωπούν την εργασία άρχισαν να φοβούνται περισσότερο μην και τρομάξουν τις αγορές παρά να απογοητεύσουν τους εργαζομένους που αποτέλεσαν τη λαϊκή τους βάση.
Η Δεξιά δεν υπέστη ποτέ αυτή την κρίση ταυτότητας και δεν αμφισβήτησε ποτέ τον πραγματικό τον εαυτό της.
Ακόμη και όταν αποδέχθηκε επιμέρους στοιχεία της κοινωνικής προόδου, δεν σταμάτησε να υπερασπίζεται τις βασικές της ιδεολογικές αρχές και τα περίφημα trickle down economics, την μεγαλύτερη δηλαδή πολιτική απάτη των τελευταίων 50 χρόνων. Χαμηλότερη φορολογία του πλούτου, μικρότερη διαπραγματευτική δύναμη της εργασίας, ιδιωτικοποιήσεις, περισσότερη πειθαρχία, περισσότερη “ασφάλεια”, ισχυρότερη προστασία της μεγάλης ιδιοκτησίας.
Η Κεντροαριστερά, αντίθετα, την ίδια στιγμή, προσπαθούσε να αποδείξει ότι δεν είναι αυτό που κάποτε ήταν.
Δεν είμαστε κρατιστές.
Δεν είμαστε ριζοσπάστες.
Δεν θέλουμε συγκρούσεις.
Δεν θα αυξήσουμε τους φόρους.
Δεν θα μιλάμε για την υπερσυγκέντρωση πλουτου και την αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων.
Δεν θα μιλήσουμε υπερβολικά για τάξεις, γιατί αυτά είναι παλιομοδίτικα.
Δεν θα λέμε συχνά τη λέξη «σοσιαλισμός».
Μετατράπηκε δηλαδή σε μια κατ’ ευφημισμό Προοδευτική Παράταξη που συνέχισε να αισθάνεται διαρκώς την ανάγκη να απολογείται για την ίδια της την ιστορία.
Η μάχη είχε ήδη χαθεί απο τα τέλη της δεκαετίας του ’90.
Και κάπου εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη ζημιά που προκάλεσε ο “εξημερωμένος σοσιαλισμός“.
Εκπαίδευσε, επι ολόκληρες γενιές, την κοινωνία να θεωρεί ακραίες τις πραγματικά ριζοσπαστικές σοσιαλιστικές πολιτικές, οι οποίες ήταν ακριβώς αυτές που δημιούργησαν μεταπολεμικά το Ευρωπαικό Κράτος Πρόνοιας και προστάτεψαν τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Κάπως έτσι φτάσαμε στο σημείο, η φορολόγηση του μεγάλου πλούτου να παρουσιάζεται ως ριζοσπαστισμός.
Το δικαίωμα στη στέγη ως ατομική αποτυχία.
Οι συλλογικές συμβάσεις ως επιστροφή στο παρελθόν.
Η δημόσια ενέργεια και Παιδεία ως ιδεοληψία.
Η μείωση του χρόνου εργασίας ως πολυτέλεια.
Την ίδια στιγμή μάθαμε να θεωρούμε απολύτως «ρεαλιστικό» έναν κόσμο στον οποίο ένας εργαζόμενος πληρώνει το νοίκι του με το μισό του μισθό, ένας νέος χρειάζεται να διαμένει στο σπίτι των γονιών του και ο πλούτος να συγκεντρώνεται όλο και πιο πολύ σε λιγότερα χέρια.
Πολύ περίεργος ρε παιδί μου αυτός ο “ρεαλισμός“. Εξαιρετικά αυστηρός με τις προτάσεις μείωσης των ανισοτήτων και εκπληκτικά ανεκτικός με κάθε δυστοπία που έχει προλάβει ήδη να γίνει κανονικότητα.
Αυτός όμως είναι και ο λόγος που ο πολιτικός αντίπαλος δεν πρέπει να συγχέεται με τον “εχθρό”.
Η μετριοπάθεια του “ρεαλισμού” ως διαρκής υποχώρηση
Η Δεξιά, ειδικότερα η νέα συντηρητική Δεξιά, είναι ο ιδεολογικός αντίπαλος ακριβώς επειδή προτείνει (χωρίς πλέον τα ενοχικά σύνδρομα του παρελθόντος), μια κοινωνία όπου το κράτος θωρακίζει το κεφάλαιο και εκθέτει την εργασία, που αντιλαμβάνεται την ανισότητα ως όρο λειτουργίας και όχι ως αστοχία του συστήματος, που θεωρεί ότι η ιδιωτικοποίηση κάθε κοινού αγαθού μπορεί να αποδώσει.
Δεν τα υπονοεί. Τα νομοθετεί και το κάνει χωρίς την ενοχή που κάποτε την υποχρέωνε να “δανείζεται” τη γλώσσα της τότε ισχυρής σοσιαλδημοκρατίας.
Αυτή η απώλεια της ενοχής της νέας Δεξιάς δεν είναι θράσος, αλλά μέτρο ισχύος και δείχνει ότι έπαψε να λογοδοτεί σε ένα κοινό αίσθημα δικαιοσύνης, επειδή θεωρεί ότι το έχει ήδη ακυρώσει με την πολύτιμη συνδρομή του άλλοτε αντίπαλου δέους.
Για αυτούς ακριβώς τους λόγους ο “εξημερωμένος” σοσιαλισμός είναι περισσότερο επικίνδυνος για την προοδευτική πολιτική και την κοινωνική πλειοψηφία, επειδή ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί την ίδια κοινωνία που κάποτε προστάτευε, ενώ έχει ήδη, εδώ και δεκαετίες, αφαιρέσει ως βαρίδι σχεδόν κάθε στοιχείο σύγκρουσης και μετασχηματισμού.
Σου λέει ότι μπορείς να έχεις κοινωνική δικαιοσύνη χωρίς αναδιανομή ισχύος.
Ισότητα χωρίς να χάσουν τίποτα οι ισχυροί.
Ισχυρό κοινωνικό κράτος χωρίς να φορολογήσεις τον πλούτο.
Εργασιακά δικαιώματα χωρίς ισχυρά συνδικάτα.
Δημοκρατία χωρίς πολιτική σύγκρουση.
Με άλλα λόγια, σου υπόσχεται αποτελέσματα χωρίς τις προϋποθέσεις που μπορούν να τα παράγουν. Και όταν αυτά τα αποτελέσματα αναπόφευκτα δεν έρχονται, το συμπέρασμα είναι πάντοτε το ίδιο, όχι να ξαναβρούμε τον εαυτό μας, αλλά ότι «πρέπει να γίνουμε ακόμη πιο ρεαλιστές».
Λίγο πιο κεντρώοι.
Λίγο πιο υπεύθυνοι.
Λίγο πιο φιλικοί προς την αγορά.
Λίγο λιγότερο… σοσιαλιστές.
Μέχρι που στο τέλος απομένει μόνο το όνομα και το σήμα, ως ανέγγιχτα κειμήλια σε ένα μουσείο που μας θυμίζει τις ένδοξες ημέρες του παρελθόντος.
Ο σοσιαλισμός όμως δεν γεννήθηκε για να αποτελεί το ηθικό άλλοθι του καπιταλισμού, αλλά από μια πολύ πιο “ενοχλητική” και πραγματικά ρεαλιστική ιδέα, ότι δηλαδή η οικονομική δύναμη είναι πολιτική δύναμη και επομένως δεν μπορεί να βρίσκεται εκτός δημοκρατικού ελέγχου.
Αυτό είναι το σημείο που πρέπει να ξαναβρούμε.
Όχι μια νοσταλγική επιστροφή στον 20ό αιώνα.
Ο κόσμος άλλαξε, η εργασία άλλαξε, η τεχνολογία άλλαξε, η παραγωγή άλλαξε, η οικολογική κρίση αλλάζει τα πάντα, αλλά οι βασικές ερωτήσεις παραμένουν -εξοργιστικά- ίδιες.
Ποιος κατέχει;
Ποιος αποφασίζει;
Ποιος και πως εργάζεται;
Ποιος κερδίζει;
Ποιος πληρώνει;
Και ποιος έχει την ελευθερία να πει “ως εδώ”;
Ένας νέος ριζοσπαστικός σοσιαλισμός πρέπει να βρει τις απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις και όχι το τι θεωρεί αποδεκτό ή λαϊκίστικο το σημερινό πολιτικό Κέντρο.
Γιατί το κέντρο δεν είναι ένα ουδέτερο σημείο στον πολιτικό χάρτη. Μετακινείται.
Και η Δεξιά το εκμεταλλεύτηκε αυτό πολύ πιο αποτελεσματικά από την Αριστερά.
Δεν προσπάθησε απλώς να κερδίσει εκλογές μέσα στα υπάρχοντα όρια, αλλά μετατόπισε τα λεκτικά νοήματα του «λογικού», του “ρεαλιστικού” του «εφικτού», του «κανονικού».
Το αποτέλεσμα γινόταν όλο και πιο προβλέψιμο.
Όσο η Δεξιά τραβούσε το σκοινί, ο “εξημερωμένος σοσιαλισμός” ακολουθούσε και γινόταν όλο και πιο «μετριοπαθής».
Ο “εχθρός” είναι εντός των τειχών
Η μεγάλη μάχη του νέου ριζοσπαστικού σοσιαλισμού, λοιπόν, δεν είναι μόνο απέναντι στη Δεξιά. Είναι πρώτα μια μάχη ιδεολογικού επαναπατρισμού εντός των τειχών.
Να σταματήσει να απολογείται επειδή απαιτεί αναδιανομή.
Να σταματήσει να αντιμετωπίζει την -ακόμα και πολωτική- πολιτική σύγκρουση ως επικοινωνιακό λάθος.
Να σταματήσει να θεωρεί περισσότερο «σοβαρή» μια πολιτική που δεν ενοχλεί τους ισχυρούς.
Η Δεξιά θα παραμένει ο ιδεολογικός αντίπαλος. Αυτό είναι φυσιολογικό, έτσι είναι η πολιτική.
Ο πραγματικός “εχθρός” όμως είναι η πεποίθηση ότι για να νικήσεις τη Δεξιά πρέπει πρώτα να της αποδείξεις ότι δεν είσαι πολύ διαφορετικός από αυτήν.
Αυτή δεν είναι λογική σύγκρουσης, είναι λογική συγκυβέρνησης.
Ο σημερινός μετα-Καπιταλισμός δεν διαπραγματεύεται με ιδέες, αλλά με απειλές και όταν η παγκοσμιοποίηση τον απελευθέρωσε από τα εθνικά του δεσμά και η απειλή εξατμίστηκε, η σοσιαλδημοκρατία έπρεπε να επιλέξει αν θα ριζοσπαστικοποιηθεί ή θα προσαρμοστεί. Προσαρμόστηκε, επειδή τα στελέχη της είχαν ήδη μετατραπεί σε στελέχη του κράτους, μια επαγγελματική τάξη που η επιβίωσή της εξαρτάται από την πιστοποίηση «αξιοπιστίας» στις αγορές, τα συμφέροντα Βρυξέλλες και τα μεγάλα μιντιακά συγκροτήματα.
Ο αντίπαλος στέκεται απέναντί σου, σε ένα πεδίο μάχης που μοιράζεστε.
Εκπροσωπεί το κεφάλαιο, τις ανισότητες, την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και το κάνει με συνέπεια. Μπορείς να τον πολεμήσεις ακριβώς επειδή η γραμμή του μετώπου είναι ορατή.
Ο πραγματικός “εχθρός” όμως δεν στέκεται απέναντι, είναι φαινομενικά δίπλα σου, φοράτε το ίδιο χρώμα “φανέλας”, ξέρει να μιλάει τη γλώσσα σου, αλλά επιμένει να καταλαμβάνει μια θέση από την οποία θα μπορούσε να δοθεί η μάχη, ακριβώς για να μη δοθεί ποτέ.
Γι’ αυτό και η προτεραιότητα του νέου ριζοσπαστικού σοσιαλισμού είναι μια μάχη που πρέπει πρώτα να δοθεί στο δικό του έδαφος, για να το πάρει πίσω από όσους το “επινοικιάζουν” στον αντίπαλο.
Η Θάτσερ το είχε καταλάβει πριν από όλους και έφυγε ήσυχη.
Ήξερε ότι το έργο της δεν θα το συνέχιζαν μόνο οι επίγονοί της, αλλά και οι αντίπαλοί της.
