ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Η ακρίβεια είναι ευρωπαϊκή – Ο πληθωρισμός 5,1% όμως είναι 100% του Μητσοτάκη
Η διεθνής συγκυρία πιέζει ολόκληρη την Ευρώπη. Το πολιτικό ερώτημα, όμως, που θέτει το άρθρο είναι γιατί η Ελλάδα καταγράφει εντονότερη άνοδο των τιμών και κατά πόσο οι κυβερνητικές παρεμβάσεις στην αγορά αποδίδουν.
Τον Σεπτέμβριο ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αυξήθηκε στο 3,8% από 3,2% τον Αύγουστο, σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το άρθρο, ο αντίστοιχος δείκτης έφτασε στο 5,1% από 3,7% έναν μήνα νωρίτερα.
Η σύγκριση αυτή τροφοδοτεί την πολιτική συζήτηση γύρω από το κατά πόσο οι αυξήσεις μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στη διεθνή συγκυρία.
Το πετρέλαιο είναι διεθνές. Το φυσικό αέριο είναι διεθνές. Η γεωπολιτική κρίση είναι διεθνής. Η λειτουργία της ελληνικής αγοράς, όμως, αποτελεί πεδίο άσκησης της εγχώριας οικονομικής και εποπτικής πολιτικής.
Η συζήτηση για τον ανταγωνισμό και τις τιμές
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει επισημάνει ότι η νέα άνοδος του πληθωρισμού το 2026 συνδέεται σε σημαντικό βαθμό με τη γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή και την αύξηση των διεθνών τιμών ενέργειας.
Ταυτόχρονα, όμως, έχει τονίσει την ανάγκη εντατικοποίησης των ελέγχων για τη διασφάλιση του υγιούς ανταγωνισμού, καθώς και την ανάγκη άρσης κανονιστικών και διοικητικών εμποδίων που περιορίζουν τον ανταγωνισμό στις αγορές.
Το ζήτημα, επομένως, δεν εξαντλείται στη διαπίστωση ότι υπάρχουν εξωτερικές πληθωριστικές πιέσεις. Αφορά και το κατά πόσο η εγχώρια αγορά μπορεί να απορροφήσει μέρος αυτών των πιέσεων ή τις μετακυλίει στους καταναλωτές.
Σε προηγούμενες αναλύσεις της, άλλωστε, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει επισημάνει ότι όταν οι συνθήκες μιας αγοράς το επιτρέπουν, οι επιχειρήσεις μπορούν να μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος στους καταναλωτές, ενώ ο ισχυρότερος ανταγωνισμός λειτουργεί περιοριστικά σε αυτή τη δυνατότητα.
Επτά χρόνια κυβέρνησης και το ερώτημα της ευθύνης
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκεται στην πρωθυπουργία από το 2019 και, έπειτα από περισσότερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, η συζήτηση για τις εγχώριες αδυναμίες της αγοράς αφορά πλέον ευθέως και την αποτελεσματικότητα των κυβερνητικών επιλογών.
Αν ο ανταγωνισμός δεν λειτουργεί επαρκώς, τίθεται το ερώτημα εάν οι ρυθμιστικές παρεμβάσεις είναι αποτελεσματικές. Αν οι έλεγχοι δεν αποτρέπουν αδικαιολόγητες ανατιμήσεις, τίθεται ζήτημα επάρκειας των ελεγκτικών μηχανισμών. Και όταν ο ελληνικός πληθωρισμός κινείται υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, η κυβέρνηση καλείται να εξηγήσει ποιο μέρος αυτής της απόκλισης οφείλεται σε εξωτερικούς παράγοντες και ποιο σε εγχώριες συνθήκες.
Η κυβέρνηση έχει απαντήσει τα προηγούμενα χρόνια στην ακρίβεια με ένα μείγμα επιδοτήσεων, ελέγχων, προστίμων, παρατηρητηρίων τιμών και παρεμβάσεων στην αγορά. Η αποτελεσματικότητα αυτών των μέτρων βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Για τον καταναλωτή, πάντως, το αποτέλεσμα αποτυπώνεται πολύ πιο απλά: στο ποσό που απαιτείται κάθε μήνα για τρόφιμα, ενέργεια, καύσιμα και στέγαση.
Η διεθνής ενεργειακή κρίση αποτελεί πραγματικό παράγοντα πίεσης και η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος τον αναγνωρίζει. Η απόσταση, όμως, που χωρίζει την ελληνική εξέλιξη των τιμών από την υπόλοιπη Ευρωζώνη ανοίγει μια διαφορετική συζήτηση: πόσο αποτελεσματικά λειτουργούν ο ανταγωνισμός, οι έλεγχοι και οι παρεμβάσεις του κράτους στην ελληνική αγορά.
Και σε αυτό το ερώτημα, μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης, η απάντηση δεν μπορεί να αναζητείται μόνο έξω από τα ελληνικά σύνορα.
