Connect with us

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΘΕΜΑ: Πανεπιστήμιο ΜΟΝΟ για όσους αντέχουν οικονομικά; Η ακρίβεια υψώνει νέο ταξικό τείχος στις σπουδές

Εκατοντάδες νέοι πέτυχαν στις Πανελλαδικές αλλά δεν ολοκλήρωσαν την εγγραφή τους στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Το κόστος στέγασης και διαβίωσης μπαίνει πλέον ευθέως στην εξίσωση της πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση, ενώ το υπουργείο Παιδείας εξακολουθεί να μην διαθέτει ολοκληρωμένη δημόσια καταγραφή για το ποιοι εγκαταλείπουν τη θέση τους και γιατί.

Published

on

Γράφει ο Γαβρής Άγγελος
Δημοσιογράφος – Πολιτικός Αναλυτής

Υπάρχει μια στιγμή που κάθε οικογένεια περιμένει μετά από χρόνια σχολείου, φροντιστηρίων, αγωνίας και Πανελλαδικών. Είναι η στιγμή που το παιδί λέει: «Πέρασα στο Πανεπιστήμιο».

Μόνο που στην Ελλάδα του 2026 αυτή η φράση δεν αρκεί.

Ακολουθεί σχεδόν αμέσως η δεύτερη συζήτηση. Πού πέρασες; Πόσο κάνει το ενοίκιο; Πόσα χρειάζονται κάθε μήνα; Μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα;

Advertisement

Και κάπου εκεί η εκπαιδευτική επιτυχία συναντά την οικονομική πραγματικότητα.

Τα στοιχεία που έρχονται από το Πανεπιστήμιο Πατρών είναι ενδεικτικά ενός προβλήματος που δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως υποσημείωση: εκατοντάδες επιτυχόντες δεν ολοκλήρωσαν την εγγραφή τους στις σχολές στις οποίες εισήχθησαν.

Δεν πρόκειται μάλιστα αποκλειστικά για τμήματα χαμηλής ζήτησης. Μεταξύ εκείνων που δεν εγγράφηκαν βρίσκονται ακόμη και εννέα επιτυχόντες στην Ιατρική, καθώς και νέοι που είχαν εισαχθεί σε πολυτεχνικές και άλλες απαιτητικές σχολές.

Και εδώ αρχίζει το πραγματικό ρεπορτάζ.

Advertisement

Πέτυχαν στις Πανελλαδικές, αλλά δεν έφτασαν ποτέ στο αμφιθέατρο

Δεν γνωρίζουμε ότι όλοι αυτοί οι νέοι εγκατέλειψαν τη θέση τους επειδή δεν είχαν χρήματα. Θα ήταν δημοσιογραφικά αυθαίρετο να υποστηριχθεί κάτι τέτοιο.

Υπάρχουν διαφορετικές περιπτώσεις. Υποψήφιοι της κατηγορίας του 10% που ενδέχεται να παρέμειναν στην προηγούμενη σχολή τους, νέοι που μπορεί να επέλεξαν το εξωτερικό, άλλοι που άλλαξαν εκπαιδευτική κατεύθυνση και οικογένειες στις οποίες προέκυψαν προσωπικοί ή κοινωνικοί λόγοι.

Υπάρχει όμως ένα δεδομένο που δεν μπορεί να αγνοηθεί: το κόστος στέγασης, μετακίνησης και καθημερινής διαβίωσης έχει μπει πλέον στην ίδια τη συζήτηση για το ποιος μπορεί πραγματικά να σπουδάσει μακριά από το σπίτι του.

Και υπάρχει ένα δεύτερο, εξίσου σοβαρό: η Πολιτεία δεν διαθέτει δημόσια, ολοκληρωμένη και διαχρονικά συγκρίσιμη καταγραφή των πραγματικών αιτιών για τις οποίες επιτυχόντες δεν εγγράφονται στα ελληνικά ΑΕΙ.

Advertisement

Περίπου το 5% των επιτυχόντων στα ελληνικά Πανεπιστήμια δεν ολοκληρώνει την εγγραφή του, σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί. Αυτό μεταφράζεται σε χιλιάδες νέους.

Γιατί;

Η απάντηση θα έπρεπε να βρίσκεται ήδη στα χέρια του υπουργείου Παιδείας.

Το κράτος μετρά τους εισακτέους, αλλά όχι αυτούς που χάνονται στη διαδρομή

Η κυβέρνηση γνωρίζει πόσοι δίνουν Πανελλαδικές. Γνωρίζει πόσοι περνούν. Γνωρίζει τις βάσεις, τα μόρια, τις διαθέσιμες θέσεις και τις κενές θέσεις.

Advertisement

Δεν έχει παρουσιάσει όμως μια πλήρη εθνική εικόνα για το γιατί χιλιάδες επιτυχόντες δεν μετατρέπονται τελικά σε ενεργούς φοιτητές.

Πόσοι εγκαταλείπουν επειδή δεν μπορούν να πληρώσουν ενοίκιο;

Πόσοι επειδή το οικογενειακό εισόδημα δεν αντέχει ένα δεύτερο νοικοκυριό;

Πόσοι δεν βρίσκουν διαθέσιμη φοιτητική στέγη;

Advertisement

Πόσοι πηγαίνουν στο εξωτερικό;

Πόσοι επιλέγουν άλλη σχολή;

Πόσοι εγκαταλείπουν για κοινωνικούς ή οικογενειακούς λόγους;

Η απουσία αυτής της καταγραφής είναι από μόνη της σοβαρό κενό εκπαιδευτικής πολιτικής. Δεν μπορείς να σχεδιάσεις πολιτική ισότιμης πρόσβασης στο Πανεπιστήμιο εάν δεν γνωρίζεις γιατί οι νέοι που κέρδισαν μια θέση δεν την καταλαμβάνουν ποτέ.

Advertisement

Η «δωρεάν Παιδεία» σταματά στην πόρτα του ενοικιαζόμενου

Η μεγάλη αντίφαση βρίσκεται αλλού.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να μιλά θεσμικά για δημόσια και δωρεάν ανώτατη εκπαίδευση. Για την οικογένεια όμως που πρέπει να στείλει ένα παιδί εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, το Πανεπιστήμιο μόνο δωρεάν δεν είναι.

Μπορεί να μην υπάρχουν δίδακτρα, υπάρχει όμως ενοίκιο.

Υπάρχουν λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος, νερό, κοινόχρηστα, θέρμανση, τρόφιμα, μετακινήσεις, εισιτήρια για την επιστροφή στο πατρικό σπίτι και όλα τα καθημερινά έξοδα ενός νέου ανθρώπου.

Advertisement

Με άλλα λόγια, μια οικογένεια καλείται να συντηρήσει δύο νοικοκυριά με το ίδιο εισόδημα.

Εκεί δημιουργείται ένας οικονομικός μηχανισμός επιλογής που δεν αποτυπώνεται σε κανένα μηχανογραφικό.

Στις Πανελλαδικές όλοι κρίνονται με τα ίδια θέματα.

Μετά τις Πανελλαδικές, όμως, αρχίζει μια δεύτερη εξέταση: πόσα χρήματα έχει η οικογένειά σου;

Advertisement

Όταν το εισόδημα γίνεται μια δεύτερη «βάση εισαγωγής»

Αυτό είναι ίσως το πιο σκληρό πολιτικό συμπέρασμα που προκύπτει από την υπόθεση.

Για δεκαετίες η δημόσια εκπαίδευση λειτούργησε ως ένας από τους σημαντικότερους μηχανισμούς κοινωνικής κινητικότητας. Το παιδί μιας οικογένειας χωρίς μεγάλη οικονομική επιφάνεια μπορούσε, μέσα από τις εξετάσεις, να περάσει σε μια σχολή, να πάρει πτυχίο και να διεκδικήσει διαφορετική επαγγελματική διαδρομή.

Όταν όμως η δυνατότητα φοίτησης αρχίζει να εξαρτάται από το αν υπάρχουν χρήματα για τέσσερα ή πέντε χρόνια ενοικίου σε άλλη πόλη, τότε δημιουργείται στην πράξη μια δεύτερη, αόρατη βάση εισαγωγής.

Η πρώτη μετριέται σε μόρια.

Advertisement

Η δεύτερη σε ευρώ.

Και αυτή η δεύτερη βάση είναι βαθιά ταξική.

Η κυβέρνηση αυξάνει το επίδομα – Το πρόβλημα όμως παραμένει

Για να είναι πλήρης η εικόνα, πρέπει να καταγραφεί ότι η κυβέρνηση έχει αυξήσει σημαντικά τη χρηματοδότηση του φοιτητικού στεγαστικού επιδόματος σε σχέση με το 2019, ενώ έχει ανακοινώσει πρόγραμμα κατασκευής και αναβάθμισης φοιτητικών κατοικιών.

Αυτό είναι υπαρκτό μέτρο.

Advertisement

Το πολιτικό ερώτημα, όμως, δεν είναι αν υπάρχει επίδομα. Είναι αν η σημερινή πολιτική επαρκεί για να εξασφαλίσει ότι κανένας νέος δεν θα εγκαταλείψει τις σπουδές που κέρδισε επειδή η οικογένειά του δεν μπορεί να σηκώσει το κόστος.

Και τα στοιχεία που έρχονται από την Πάτρα επιβάλλουν τουλάχιστον την εξέταση αυτού του ερωτήματος.

Μετά από περισσότερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, η κυβέρνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τη φοιτητική στέγη αποκλειστικά ως ένα πρόβλημα που κληρονόμησε.

Έχει πλέον τη δική της πολιτική, τα δικά της μέτρα και, κατά συνέπεια, τη δική της ευθύνη για την αποτελεσματικότητά τους.

Advertisement

Χιλιάδες νέοι και ένα υπουργείο που πρέπει να απαντήσει

Το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε να κάνει το υπουργείο Παιδείας είναι εξαιρετικά απλό: να μάθει τι συμβαίνει.

Να καταγράψει πανελλαδικά πόσοι επιτυχόντες δεν ολοκλήρωσαν την εγγραφή τους.

Να επικοινωνήσει με αυτούς τους νέους.

Να καταγράψει τους λόγους.

Advertisement

Να δημοσιοποιήσει στοιχεία ανά Πανεπιστήμιο και τμήμα.

Και να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα: πόσες πανεπιστημιακές θέσεις χάνονται κάθε χρόνο εξαιτίας οικονομικών εμποδίων;

Είναι εντυπωσιακό ότι το 2026 μια χώρα μπορεί να διαθέτει ψηφιακό σύστημα Πανελλαδικών, ηλεκτρονικό μηχανογραφικό και πλήρη στοιχεία για κάθε υποψήφιο, αλλά να μην έχει συγκροτημένη δημόσια εικόνα για το τι απέγιναν εκείνοι που πέτυχαν και δεν γράφτηκαν.

Δεν είναι μόνο εκπαιδευτικό πρόβλημα – Είναι και δημογραφικό

Η υπόθεση έχει ακόμη μία διάσταση.

Advertisement

Η Ελλάδα συζητά διαρκώς για το δημογραφικό, την εγκατάλειψη της περιφέρειας και την ανάγκη να παραμείνουν οι νέοι άνθρωποι στη χώρα.

Την ίδια στιγμή, τα περιφερειακά Πανεπιστήμια βρίσκονται αντιμέτωπα με τη μείωση του αριθμού των νέων, τις κενές θέσεις και το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης στις φοιτητικές πόλεις.

Κάθε φοιτητής που δεν πηγαίνει τελικά στην Πάτρα, στα Ιωάννινα, στην Κομοτηνή, στη Μυτιλήνη ή σε μια άλλη περιφερειακή πόλη δεν αποτελεί μόνο απώλεια για το Πανεπιστήμιο.

Είναι απώλεια και για την τοπική οικονομία, την κοινωνική ζωή και την αναπτυξιακή δυναμική της περιφέρειας.

Advertisement

Γι’ αυτό η φοιτητική στέγη δεν είναι κοινωνικό βοήθημα δευτερεύουσας σημασίας. Είναι μέρος της εκπαιδευτικής, στεγαστικής, περιφερειακής και δημογραφικής πολιτικής της χώρας.

Το πραγματικό ερώτημα μετά τις Πανελλαδικές

Η συζήτηση για την ανώτατη εκπαίδευση δεν μπορεί να εξαντλείται στις βάσεις, στην Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, στις διαγραφές ή στην αντιπαράθεση για τα μη κρατικά Πανεπιστήμια.

Υπάρχει ένα πολύ πιο στοιχειώδες ζήτημα:

Μπορεί ένα παιδί εργατικής ή μεσαίας οικογένειας να σπουδάσει εκεί όπου κατάφερε να περάσει;

Advertisement

Γιατί αν η απάντηση αρχίζει να εξαρτάται από το πορτοφόλι των γονιών του, τότε η κοινωνική ανισότητα δεν εμφανίζεται μετά την αποφοίτηση.

Εμφανίζεται πριν ακόμη από το πρώτο μάθημα.

Και τότε η μεγάλη υπόσχεση της δημόσιας Παιδείας –ότι η πρόσβαση στη γνώση και στην κοινωνική εξέλιξη δεν εξαρτάται από την οικονομική αφετηρία του καθενός– αρχίζει να υποχωρεί μπροστά σε μια πολύ πιο πεζή πραγματικότητα:

Πέρασες στο Πανεπιστήμιο. Το ερώτημα είναι αν έχεις την οικονομική δυνατότητα να πας.

Advertisement

Γαβρής Άγγελος
Δημοσιογράφος – Πολιτικός Αναλυτής