ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου: Κυβερνητικό αδιέξοδο με γεωπολιτικές προεκτάσεις – Πού είναι η στρατηγική Μητσοτάκη;
Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου παραμένει σε καθεστώς αβεβαιότητας, με την κυβέρνηση να καλείται να δώσει απαντήσεις για τις καθυστερήσεις, τους διπλωματικούς χειρισμούς και την απουσία ενός πειστικού σχεδίου εξόδου από το αδιέξοδο.
Ένα έργο που παρουσιάστηκε ως στρατηγική προτεραιότητα για την Ελλάδα, την Κύπρο και την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια εξακολουθεί να σκοντάφτει σε εκκρεμότητες και διπλωματικές δυσκολίες. Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, αντί να προχωρά με σαφές χρονοδιάγραμμα και σταθερές εγγυήσεις, βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο ερωτημάτων για τους κυβερνητικούς χειρισμούς.
Η συζήτηση για την έκδοση NAVTEX και την επανεκκίνηση των εργασιών δεν αφορά απλώς μια διοικητική διαδικασία. Φέρνει στην επιφάνεια το βασικό πρόβλημα της κυβερνητικής πολιτικής: η κυβέρνηση Μητσοτάκη καλείται να αποδείξει ότι διαθέτει στρατηγικό σχέδιο και όχι απλώς επικοινωνιακές διαβεβαιώσεις.
Από τις μεγαλόστομες εξαγγελίες στις καθυστερήσεις
Η κυβέρνηση έχει επενδύσει πολιτικά στην εικόνα μιας Ελλάδας που αναβαθμίζει τον ρόλο της στην Ανατολική Μεσόγειο. Όμως η αξιοπιστία μιας τέτοιας στρατηγικής δεν κρίνεται στις δηλώσεις, αλλά στην ικανότητα υλοποίησης των δεσμεύσεων.
Όταν ένα έργο τέτοιας σημασίας παραμένει αντιμέτωπο με αβεβαιότητα, η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει τι έχει πάει λάθος, ποιες είναι οι πραγματικές εκκρεμότητες και πότε αναμένεται να υπάρξουν συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Η ενεργειακή ασφάλεια της χώρας και της Κύπρου δεν μπορεί να αποτελεί πεδίο κυβερνητικών ανακοινώσεων χωρίς αντίστοιχη πρόοδο στην πράξη.
Η Άγκυρα, οι διπλωματικοί χειρισμοί και τα ερωτήματα
Η τουρκική στάση στην Ανατολική Μεσόγειο είναι γνωστή. Ακριβώς γι’ αυτό, η Αθήνα όφειλε να έχει διαμορφώσει εγκαίρως μια συνεκτική στρατηγική που να συνδυάζει τη διπλωματική ψυχραιμία με την υπεράσπιση των ελληνικών και κυπριακών συμφερόντων.
Η επιδίωξη αποκλιμάκωσης δεν είναι από μόνη της πρόβλημα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η κυβέρνηση δεν εξηγεί με σαφήνεια πώς οι διπλωματικοί χειρισμοί της διασφαλίζουν την πρόοδο του έργου και αποκλείουν την παρερμηνεία τους ως αποδοχή αμφισβητούμενων αξιώσεων.
Η έκδοση NAVTEX, οι προβλεπόμενες διαδικασίες και οι συνεννοήσεις με τρίτες χώρες απαιτούν θεσμική ακρίβεια και διαφάνεια. Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια ούτε των διπλωματικών αυτοσχεδιασμών ούτε της παρατεταμένης αβεβαιότητας.
Εσωκομματικές αντιπαραθέσεις αντί για καθαρές απαντήσεις;
Οι διαφορετικές προσεγγίσεις στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, με τις παρεμβάσεις των πρώην πρωθυπουργών Αντώνη Σαμαρά και Κώστα Καραμανλή, προσθέτουν πολιτική πίεση στο Μέγαρο Μαξίμου.
Ωστόσο, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι ποια τάση της κυβερνητικής παράταξης θα επικρατήσει. Είναι αν η χώρα διαθέτει μια σταθερή ενεργειακή στρατηγική, ανεξάρτητη από τις εσωκομματικές ισορροπίες και τις επικοινωνιακές ανάγκες της κυβέρνησης.
Οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα του έργου, ποιες δεσμεύσεις έχουν αναληφθεί και πώς διασφαλίζεται ότι οι αποφάσεις υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.
Το κόστος της κυβερνητικής αβεβαιότητας
Η διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου αφορά την ενεργειακή ασφάλεια, τις αναπτυξιακές δυνατότητες της περιοχής και την άρση της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου. Η καθυστέρηση και η αβεβαιότητα δεν είναι αφηρημένες έννοιες: επηρεάζουν τον σχεδιασμό, τις προσδοκίες και την εμπιστοσύνη στην αξιοπιστία των δημόσιων δεσμεύσεων.
Μια προοδευτική ενεργειακή πολιτική οφείλει να θέτει στο επίκεντρο το δημόσιο συμφέρον, τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την προστασία των πολιτών από το ενεργειακό κόστος. Δεν αρκεί η επίκληση της γεωπολιτικής σημασίας ενός έργου· απαιτείται τεκμηριωμένη αξιολόγηση, καθαρό χρονοδιάγραμμα και έλεγχος των αποφάσεων.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις. Όχι με νέες διαβεβαιώσεις, αλλά με πράξεις που θα αποδεικνύουν ότι μπορεί να υπερασπιστεί τα συμφέροντα Ελλάδας και Κύπρου χωρίς αντιφάσεις και χωρίς να μετατρέπει κάθε στρατηγική εκκρεμότητα σε επικοινωνιακή διαχείριση.
Γιατί η αξιοπιστία μιας κυβέρνησης δεν κρίνεται από το μέγεθος των εξαγγελιών της, αλλά από την απόσταση ανάμεσα σε όσα υπόσχεται και σε όσα υλοποιεί.
