Connect with us

ΓΝΩΜΕΣ

Νόμος Τσιάρα: 5 χρόνια μετά, η “συνεπιμέλεια” υπερισχύει της προστασίας από την κακοποίηση

Πέντε χρόνια μετά, ο νόμος Τσιάρα δεν μπορεί να κρίνεται από τις διακηρυγμένες προθέσεις του, αλλά από όσα καταγγέλλουν οι γυναίκες που εξακολουθούν να βιώνουν την κακοποίηση ακόμη και μετά το διαζύγιο.

Published

on

Γράφει ο Κωνσταντίνος Ταχτσίδης

Το αποκαλυπτικό ρεπορτάζ της Φωτεινής Λαμπρίδη στο tvxs.gr για τις γυναίκες που οργανώνονται και διεκδικούν την κατάργηση του νόμου Τσιάρα, επαναφέρει τη συζήτηση για τις επικίνδυνες συνέπειες μιας νομοθετικής -και πολιτικής- επιλογής που, στο όνομα της ισότητας των γονέων, προσφέρει νέα εργαλεία εξουσίας και ελέγχου απέναντι σε κακοποιημένες γυναίκες, ακόμη και μετά το διαζύγιο

Πίσω από το νόμο περί συνεπιμέλειας βρίσκεται ένα κράτος που επικαλείται την προστασία της οικογένειας, όταν το θεσμικό του πλαίσιο μετατρέπει την προσπάθεια μιας γυναίκας να ξεφύγει από την κακοποίηση, σε έναν νέο κύκλο εξάρτησης, φόβου και δικαστικής “ομηρίας”.

Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει γιατί, πέντε χρόνια μετά την ψήφιση του νόμου Τσιάρα, γυναίκες καταγγέλλουν ότι η νομοθεσία που υποτίθεται πως προστατεύει τα δικαιώματα των γονέων αφήνει τις ίδιες και τα παιδιά τους εκτεθειμένα σε κίνδυνο.

Ο «νόμος Τσιάρα» έχει και έμφυλο και ιδεολογικό πρόσημο

Ο νόμος 4800/2021, γνωστός ως «Νόμος Τσιάρα», παρουσιάστηκε εντέχνως ως μια «μεταρρύθμιση ισότητας» που θα εξασφάλιζε την ισότιμη συμμετοχή των δύο γονέων στην ανατροφή των παιδιών τους, με στόχο την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας ως γενικό κανόνα και την «καθιέρωση του τεκμηρίου του 1/3 του συνολικού χρόνου ως ελαχίστου χρόνου επικοινωνίας του τέκνου με τον δικαιούχο αυτής».

Advertisement

Σε αυτήν ακριβώς όμως την -πολιτική- επιλογή βρίσκεται αυτό που ο νόμος αντιμετωπίζει ως κανόνα και αυτό που αφήνει να αποδειχθεί ως εξαίρεση.

Η συνεπιμέλεια μπορεί να λειτουργεί προς όφελος ενός παιδιού όταν οι γονείς συνεργάζονται και αναλαμβάνουν ουσιαστικά τις ευθύνες τους.
Σε καμία περίπτωση όμως δεν μπορεί να θεωρείται αυτονόητα κατάλληλη σε -πολλές- οικογένειες με ιστορικό ή ενδείξεις ενδοοικογενειακής βίας.

Αυτό έχει πρακτικές συνέπειες.

Μια γυναίκα που εγκαταλείπει μια κακοποιητική σχέση μπορεί να χρειαστεί δικαστική παρέμβαση για να αλλάξει τον τόπο κατοικίας ή το σχολείο του παιδιού της.
Μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με αλλεπάλληλες δικαστικές διαδικασίες και οικονομική εξάντληση.
Μπορεί ακόμη να φοβάται ότι η καταγγελία της δεν θα αξιολογηθεί εγκαίρως ώστε να προστατευτεί η ίδια και το παιδί της.

Advertisement

Αυτοί οι κίνδυνοι είχαν επισημανθεί ήδη από το 2023 από την GREVIO του Συμβουλίου της Ευρώπης, η οποία διαπίστωσε ανεπαρκείς εγγυήσεις στην ελληνική νομοθεσίαγια τη συνεκτίμηση της ενδοοικογενειακής βίας στις αποφάσεις επιμέλειας και επικοινωνίας.
Δεν αρκεί, λοιπόν, να προβλέπονται εξαιρέσεις, αλλά πρέπει να μπορούν να ενεργοποιούνται πριν ο κίνδυνος μετατραπεί σε πραγματική βλάβη.

Η ποινική καταδίκη απαιτεί αποδείξεις ενοχής, όμως η προληπτική προστασία ενός παιδιού και της μητέρας του, απαιτεί έγκαιρη και τεκμηριωμένη αξιολόγηση του κινδύνου.
Είναι προφανές πως η πρώτη διαδικασία δεν μπορεί να υποκαθιστά ή να υπερκερνά τη δεύτερη.

Το πραγματικό -κοινωνικό και πολιτικό- ερώτημα δεν είναι λοιπόν αν πρέπει να συμμετέχουν και οι δύο γονείς στην ανατροφή των παιδιών τους.
Ασφαλώς και πρέπει, εφόσον αυτό είναι προς το συμφέρον των παιδιών.
Το ερώτημα είναι ποιά προτεραιότητα βάζει ο νόμος. Τους γονείς και την απαίτησή τους να έχουν ισόμερή λόγο στη ζωή του παιδιού ή το ίδιο το παιδί, τις ανάγκες, την ασφάλεια και τα δικαιώματά του;

Γιατί η γονική μέριμνα δεν είναι εξουσία που το κράτος οφείλει να μοιράζει ανάμεσα σε δύο ενήλικες, αλλά ευθύνη που οφείλει να ασκείται αποκλειστικά προς όφελος του παιδιού και αυτή η διαφορά δεν είναι νομική λεπτομέρεια, αλλά πολιτική επιλογή που αφορά ποιού τα δικαιώματα προηγούνται όταν η οικογενειακή εξουσία συγκρούεται με την ανθρώπινη ασφάλεια.

Advertisement

Η συντηρητική παλινόρθωση μιλάει πλέον τη γλώσσα των “δικαιωμάτων”

Ένα από τα πιο αποτελεσματικά τεχνάσματα της νέας συντηρητικής Δεξιάς είναι ότι δεν χρειάζεται να υπερασπίζεται πλέον ανοιχτά τις πατριαρχικές σχέσεις εξουσίας.
Τις επανασυστήνει με τη γλώσσα των ίσων δικαιωμάτων,  όπως ακριβώς κάνει και με τη διαστρέβλωση περί «ελευθερίας του λόγου».

Στην περίπτωση της συνεπιμέλειας, η τυπική ισότητα των γονέων παρουσιάζεται ως αυτονόητη πρόοδος, παρακάμπτοντας το γεγονός ότι οι οικογενειακές σχέσεις δεν είναι πάντοτε σχέσεις ισότιμων πλευρών.
Όταν έχουν προηγηθεί κακοποίηση, οικονομική εξάρτηση, εκφοβισμός ή συστηματικός έλεγχος, η αναγνώριση «ίσων δικαιωμάτων» δεν εξαλείφει την ανισότητα.
Αντιθέτως, χωρίς επαρκείς εγγυήσεις προστασίας, μπορεί να προσφέρει στον κακοποιητικό γονέα νέες δυνατότητες άσκησης εξουσίας και αυτό για τις -πολλές- γυναίκες που προσπαθούν να ξεφύγουν από μια κακοποιητική σχέση, οι συνέπειες μπορεί να είναι εξαιρετικά επικίνδυνες.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε πως ο χωρισμός και το διαζύγιο δεν σημαίνει το τέλος της κακοποίησης.
Μια γυναίκα μπορεί να υποχρεώνεται να διατηρεί συνεχή επαφή με τον άνθρωπο που καταγγέλλει ότι την απειλούσε, να εξαντλείται οικονομικά σε αλλεπάλληλες δικαστικές διαμάχες και να αντιμετωπίζει απειλές απώλειας της επιμέλειας και ποινικές συνέπειες όταν δεν εκτελείται μια απόφαση επικοινωνίας (ακόμη και αν το ίδιο το παιδί εκφράζει φόβο).

Το σοβαρότερο όμως είναι ότι ο φόβος της απώλειας των παιδιών μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά για μια γυναίκα που σκέφτεται να εγκαταλείψει τον κακοποιητικό σύντροφό της και να την εγκλωβίσει σε μια σχέση από την οποία προσπαθεί να σωθεί.

Advertisement

Σωρεία καταγγελιών

Όλα τα παραπάνω δεν είναι ούτε θεωρητικοί κίνδυνοι, ούτε φεμινιστική προπαγάνδα.
Οι μαρτυρίες που καταγράφει στο ρεπορτάζ της η Φωτεινή Λαμπρίδη περιγράφουν ακριβώς τέτοιες καταστάσεις. Δηλαδή, γυναίκες που εξαντλούνται οικονομικά, απειλούνται με κυρώσεις και αγωνίζονται να προστατεύσουν παιδιά που αρνούνται να επικοινωνήσουν με τον άλλο γονέα.

Ο νόμος προβλέπει δικαστικές εξαιρέσεις και προστατευτικά μέτρα, όμως το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτά λειτουργούν έγκαιρα και αποτελεσματικά όταν υπάρχουν έστω και ενδείξεις βίας, καθώς πολλές κακοποιητικές σχέσεις δεν προϋποθέτουν να εμφανιστεί μια γυναίκα με μώλωπες στο αστυνομικό τμήμα και να προβεί σε καταγγελία.

Η ουσιαστική ισότητα, λοιπόν, απαιτεί να αναγνωρίζεις την πραγματική ανισότητα ισχύος, διαφορετικά, η φαινομενική ουδετερότητα του νόμου μετατρέπεται σε μηχανισμό “θεσμικής” αναπαραγωγής της κακοποίησης.
Και τότε το κράτος δεν αποτυγχάνει απλώς να προστατεύσει μια γυναίκα από τον κακοποιητή της, αλλά κινδυνεύει να του προσφέρει τα θεσμικά εργαλεία για να συνεχίσει να την ελέγχει.

Ποιος προστατεύει το παιδί όταν η προστασία του γίνεται εξαίρεση;

Ασφαλώς υπάρχουν πατέρες που αποκλείονται άδικα από τη ζωή των παιδιών τους και αυτή είναι μια αδικία που πρέπει να αντιμετωπίζεται, αλλά η αποκατάστασή της δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος της προστασίας από τη βία.

Advertisement

Η πατρότητα δεν είναι ιδιοκτησιακός τίτλος, είναι ευθύνη, φροντίδα και παρουσία καθώς μπορεί το παιδί έχει δικαίωμα στη σχέση με τους γονείς του, όμως κανένας γονέας δεν έχει απεριόριστο δικαίωμα πάνω στο παιδί.

Οι γυναίκες που οργανώνονται, διεκδικούν θεσμικές εγγυήσεις απέναντι σε έναν νόμο του οποίου η εφαρμογή εδώ και πέντε χρόνια, ήταν από την αρχή εμφανές, ότι τις εκθέτει σε κινδύνους.

Και εδώ υπάρχει ευθύνη που υπερβαίνει την κυβέρνηση Μητσοτάκη, που έχει εδώ και καιρό παραδοθεί σε μια τραμπική κατηφόρα.

Πού βρίσκεται ο προοδευτικός πολιτικός κόσμος όταν γυναίκες καταγγέλλουν ότι το οικογενειακό δίκαιο δεν τις προστατεύει;
Πόση από την πολυδιαφημισμένη προσήλωσή του στα δικαιώματα μεταφράζεται σε συγκεκριμένες νομοθετικές διεκδικήσεις ή ακόμα περισσότερο σε προσωπικές συμπεριφορές που μένουν… κρυπτές υπό τον ήλιο;

Advertisement

Η ισότητα δεν κρίνεται στις επετειακές αναρτήσεις για την Ημέρα της Γυναίκας, αλλά όταν πρέπει να συγκρουστείς με καθημερινές σχέσεις εξουσίας και ο αγώνας για την κατάργηση του νόμου Τσιάρα είναι μια τέτοια σύγκρουση.

Δεν χρειάζεται να είσαι γυναίκα για να στηρίξεις αυτόν τον αγώνα.
Δεν χρειάζεται καν να είσαι γονέας.
Αρκεί να πιστεύεις ότι κανένα δικαίωμα δεν μπορεί να είναι ισχυρότερο από το δικαίωμα ενός ανθρώπου να ζει χωρίς φόβο.

Και τέλος, ότι το πιο επικίνδυνο πράγμα που μπορεί να κάνει μια δημοκρατία είναι να μετατρέψει την προστασία των αδύναμων σε εξαίρεση και την εξουσία των ισχυρότερων σε κανόνα, με το πρόσχημα των ίσων δικαιωμάτων.

Advertisement
Advertisement