ΓΝΩΜΕΣ
Οι “MAGes δεν υπάρχουν πια, τους πάτησε το (Δημοκρατικό) τρένο
Οι κοινωνικές συμμαχίες που ανέτρεψαν τον Τραμπ και το μήνυμα για την Ελλάδα
Γράφει ο Γαβρής Άγγελος
Η ιστορική επικράτηση των Δημοκρατικών στις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποκαλύπτει τα όρια του τραμπισμού, όταν η οικονομική ανασφάλεια συναντά την κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Η επιστροφή των Λατίνων ψηφοφόρων, η κινητοποίηση των νέων και η δυσαρέσκεια για την ακρίβεια συνθέτουν μια νέα πολιτική πραγματικότητα, με ευρύτερη σημασία για την Ευρώπη και την Ελλάδα.
Η μεγάλη νίκη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου δεν αποτελεί απλώς μια αλλαγή κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Η ανάκτηση της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας συνιστά ισχυρή εκλογική αποδοκιμασία της δεύτερης προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ, με ιδιαίτερη σημασία επειδή καταγράφηκε ακόμη και σε παραδοσιακά ρεπουμπλικανικές περιοχές.
Το Τέξας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Δημοκρατικός Τζέιμς Ταλαρίκο επικράτησε στη μάχη για τη Γερουσία, ενώ ο Μπόμπι Πουλίδο πέτυχε σημαντική νίκη στη 15η εκλογική περιφέρεια, όπου ο Τραμπ είχε προηγηθεί με 18 ποσοστιαίες μονάδες το 2024. Η μεταβολή αποτυπώνει τη δυνατότητα ανατροπής παγιωμένων πολιτικών συσχετισμών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η συντηρητική εκλογική βάση εξαφανίστηκε.
Η κοινωνική συμμαχία πίσω από την ανατροπή
Το ενδιαφέρον βρίσκεται στη σύνθεση της νέας πλειοψηφίας. Λατίνοι, νεότεροι ψηφοφόροι, ανεξάρτητοι και οικονομικά πιεσμένα νοικοκυριά συνέβαλαν, σε διαφορετικό βαθμό, στη μετατόπιση των εκλογικών συσχετισμών.
Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία του NBC, το 43% των Λατίνων ψηφοφόρων αυτοπροσδιορίζεται ως Δημοκρατικό, έναντι 39% το 2024. Η αντίστοιχη ταύτιση με τους Ρεπουμπλικανούς υποχώρησε από 29% σε 27%. Η μεταβολή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ενίσχυση του Τραμπ στους Λατίνους είχε αποτελέσει βασικό στοιχείο της νίκης του στις προηγούμενες προεδρικές εκλογές.
Ακόμη σημαντικότερη ήταν η οικονομική διάσταση της ψήφου. Στο exit poll του NBC, το 88% εξέφρασε ανησυχία για τις τιμές των τροφίμων, το 87% για τα καύσιμα και το 86% για τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας. Παράλληλα, το 62% απέδωσε στον Τραμπ ευθύνη για τις υψηλές τιμές, ενώ το 65% εκτίμησε ότι οι πολιτικές του επιδείνωσαν την οικονομική κατάσταση.
Τα στοιχεία εξηγούν γιατί η ακρίβεια απέκτησε τόσο μεγάλη πολιτική βαρύτητα. Η υπόσχεση οικονομικής ευημερίας, πάνω στην οποία είχε επενδύσει ο Τραμπ, συγκρούστηκε με την καθημερινή εμπειρία σημαντικού μέρους των Αμερικανών.
Η δημοκρατία ως εκλογικό διακύβευμα
Η οικονομία δεν ήταν ο μοναδικός παράγοντας. Το 32% των ψηφοφόρων ανέδειξε την κατάσταση της δημοκρατίας ως σημαντικότερο πρόβλημα της χώρας, έναντι 39% που επέλεξε την οικονομία.
Η δυσαρέσκεια για τη λειτουργία των θεσμών, τις κυβερνητικές πρακτικές και τη συγκέντρωση εξουσίας συνδέθηκε με την ανησυχία για το βιοτικό επίπεδο. Η εκλογική ανατροπή διαμορφώθηκε επομένως από τη συνάντηση κοινωνικών και θεσμικών αιτημάτων, όχι αποκλειστικά από την αντίθεση στο πρόσωπο του προέδρου.
Σε αυτό το περιβάλλον, η προοδευτική πτέρυγα των Δημοκρατικών, με αναγνωρίσιμη προσωπικότητα τον Μπέρνι Σάντερς, διατηρεί ενεργή τη συζήτηση για τη δημόσια υγεία, τους μισθούς και την οικονομική ανισότητα. Η εκλογή του Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ στο Μίσιγκαν αναδεικνύει επίσης τη διεύρυνση της πολιτικής εκπροσώπησης. Η νίκη, ωστόσο, προήλθε από ένα πολυσυλλεκτικό Δημοκρατικό Κόμμα, με διαφορετικές ιδεολογικές τάσεις.
Το ελληνικό παράδειγμα: Η ανάπτυξη και το κόστος ζωής
Η αμερικανική εμπειρία παρουσιάζει ενδιαφέρον για την Ελλάδα, όπου η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση και η αγοραστική δύναμη παραμένουν κεντρικά πολιτικά ζητήματα.
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη προβάλλει την οικονομική ανάπτυξη και τις δημοσιονομικές επιδόσεις, ενώ εφαρμόζει μέτρα εισοδηματικής ενίσχυσης, όπως η ετήσια επιστροφή ενοικίου. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα αυτών των παρεμβάσεων πρέπει να εξετάζεται παράλληλα με την εξέλιξη των πραγματικών μισθών και του κόστους στέγασης.
Η στεγαστική επιβάρυνση στην Ελλάδα συγκαταλέγεται στις υψηλότερες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται μόνο με επιδοτήσεις. Συνδέεται με την προσφορά προσιτής κατοικίας, τις εισοδηματικές ανισότητες και την ανάγκη μακροχρόνιου σχεδιασμού.
Οι προϋποθέσεις μιας διαφορετικής πολιτικής απάντησης
Η διεθνής εμπειρία αναδεικνύει ένα κρίσιμο ζήτημα: η αντιπαράθεση με τον τραμπισμό δεν εξαντλείται στην κριτική της εθνικιστικής ρητορικής ή των αυταρχικών πρακτικών. Απαιτεί εξέταση των κοινωνικών συνθηκών που ενισχύουν την απήχησή του, από την οικονομική ανασφάλεια μέχρι τη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς.
Για την Ελλάδα, η σχετική πολιτική συζήτηση περιλαμβάνει ένα διαφορετικό παραγωγικό υπόδειγμα, την ενίσχυση των πραγματικών εισοδημάτων, την κοινωνική κατοικία, τη δημόσια υγεία και την αποτελεσματικότερη λειτουργία των θεσμών. Η προγραμματική αξιοπιστία, η δημοσιονομική τεκμηρίωση και η δυνατότητα εφαρμογής αποτελούν ουσιαστικά κριτήρια αξιολόγησης κάθε εναλλακτικής πρότασης.
Η αμερικανική ανατροπή δεν προεξοφλεί το τέλος του τραμπισμού ούτε εγγυάται μια σταθερή προοδευτική πλειοψηφία. Καταδεικνύει, όμως, ότι η πολιτική δυσαρέσκεια μπορεί να μεταβάλει ακόμη και ισχυρούς εκλογικούς συσχετισμούς. Για τις δημοκρατικές δυνάμεις στην Ελλάδα και διεθνώς, το ουσιαστικό ζήτημα παραμένει η σύνδεση της θεσμικής αξιοπιστίας με συγκεκριμένες απαντήσεις στα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα.
