ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Χρυσή Αυγή: Ισόβια ο Ρουπακιάς 13 χρόνια στο “διευθυντήριο” της εγκληματικής οργάνωσης
Δεκατρία χρόνια μετά τη δολοφονία του Παύλος Φύσσας, η Δικαιοσύνη έκλεισε έναν από τους πιο σκοτεινούς κύκλους της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας της χώρας. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών επικύρωσε την καταδίκη της Χρυσή Αυγή ως εγκληματικής οργάνωσης, επιβάλλοντας βαριές ποινές στους βασικούς πρωταγωνιστές της.
Ισόβια κάθειρξη επιβλήθηκε στον καθ’ ομολογίαν δράστη της δολοφονίας, Γιώργος Ρουπακιάς, ενώ ποινές 13 ετών κάθειρξης επιβλήθηκαν σε πρόσωπα που το δικαστήριο έκρινε ότι αποτελούσαν τον πυρήνα της ηγεσίας της οργάνωσης, ανάμεσά τους ο Νίκος Μιχαλολιάκος, ο Ηλίας Κασιδιάρης, ο Γιάννης Λαγός, ο Χρήστος Παππάς και ο Γιώργος Γερμενής.
Η εφετειακή απόφαση ουσιαστικά επιβεβαιώνει το πρωτοφανές δικαστικό συμπέρασμα ότι η οργάνωση λειτούργησε με δομή και ιεραρχία εγκληματικής ομάδας, με πολιτικό μανδύα αλλά με επιχειρησιακή δράση που περιλάμβανε επιθέσεις, τάγματα εφόδου και οργανωμένη βία.
Η δίκη –η μεγαλύτερη που γνώρισε η μεταπολιτευτική Ελλάδα σε επίπεδο πολιτικής βίας– ξεκίνησε στον απόηχο της δολοφονίας Φύσσα το 2013 και εξελίχθηκε σε ένα πολυετές δικαστικό και πολιτικό ορόσημο για τη δημοκρατία.
Παράλληλα με τις βαριές ποινές στο «διευθυντήριο» της οργάνωσης, το δικαστήριο επέβαλε ποινές σε πρώην βουλευτές για ένταξη στην εγκληματική οργάνωση, καθώς και σε κατηγορούμενους για επιμέρους υποθέσεις βίας, όπως η επίθεση στους Αιγύπτιους αλιεργάτες και η οργανωμένη δράση ταγμάτων εφόδου.
Την ίδια ώρα, η τελική έκβαση για το αν και ποιοι από τους καταδικασθέντες θα οδηγηθούν άμεσα στη φυλακή παραμένει ανοιχτή, καθώς οι συνήγοροι υπεράσπισης επιχειρούν να εξασφαλίσουν αναστολές ή ευνοϊκότερη ποινική μεταχείριση για τους εντολείς τους.
Η απόφαση του Εφετείου δεν κλείνει απλώς μια δικαστική υπόθεση. Καταγράφει, για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση, τη θεσμική απάντηση της ελληνικής Δικαιοσύνης απέναντι σε ένα μόρφωμα που επιχείρησε να μετατρέψει τη βία σε πολιτικό εργαλείο. Για πολλούς, πρόκειται για μια ιστορική στιγμή που επαναβεβαιώνει τα όρια της δημοκρατίας απέναντι στον εξτρεμισμό.
