Connect with us

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ενεργειακή κρίση: Όταν ο Δούκας ως τομεάρχης ενέργειας του ΠΑΣΟΚ ζητούσε πλαφόν στη λιανική αγορά ρεύματος.

Published

on

Ρεπορτάζ: Γαβρής Άγγελος

Η συζήτηση για την επιβολή πλαφόν στις τιμές της ενέργειας επιστρέφει με ένταση στον δημόσιο διάλογο, καθώς η νέα γεωπολιτική ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή απειλεί να πυροδοτήσει ένα ακόμη κύμα ενεργειακής ακρίβειας στην Ευρώπη.

Στην Ελλάδα, όπου τα νοικοκυριά εξακολουθούν να σηκώνουν δυσανάλογο βάρος στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, η επαναφορά της ιδέας για διοικητική παρέμβαση στις τιμές μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτη. Ωστόσο, η συζήτηση αυτή δεν ξεκινά σήμερα. Είχε τεθεί με σαφήνεια ήδη από τα πρώτα στάδια της ενεργειακής κρίσης, όταν η αντιπολίτευση –και ειδικά το ΠΑΣΟΚ– ζητούσε ανοιχτά ένα διαφορετικό μοντέλο παρέμβασης στην αγορά.


Από τους πρώτους που διατύπωσαν δημόσια την ανάγκη για ένα ξεκάθαρο και διαφανές πλαφόν στη λιανική τιμή της ενέργειας ήταν ο Χάρης Δούκας, πολύ πριν εκλεγεί δήμαρχος Αθηναίων. Ως γραμματέας του Τομέα Ενέργειας του ΠΑΣΟΚ–Κινήματος Αλλαγής, είχε προειδοποιήσει ήδη από το καλοκαίρι του 2022 ότι το σύστημα διαχείρισης της κρίσης που είχε επιλέξει η κυβέρνηση οδηγούσε σε αδιέξοδο: εκρηκτικές τιμές στη λιανική αγορά και έναν κρατικό προϋπολογισμό που αναγκαζόταν να δαπανά δισεκατομμύρια ευρώ κάθε μήνα για επιδοτήσεις.

Advertisement


Σε ανακοίνωσή του στις 23 Αυγούστου 2022, ο Δούκας περιέγραφε με σαφήνεια το πρόβλημα. Πριν ξεκινήσει η ενεργειακή κρίση, τα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος των ελληνικών νοικοκυριών βρίσκονταν περίπου στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μέσα σε λίγους μήνες, όμως, οι τιμές που ανακοίνωναν οι εταιρείες προμήθειας εκτινάσσονταν σε επίπεδα που κατέτασσαν την Ελλάδα στις ακριβότερες χώρες της Ευρώπης.


Το γεγονός αυτό, όπως υποστήριζε τότε, αποτελούσε ένδειξη ότι οι «βαριές παρεμβάσεις» της κυβέρνησης στην αγορά ενέργειας δεν είχαν αποδώσει. Αντί να συγκρατούν τις τιμές, δημιουργούσαν ένα σύστημα στο οποίο το κράτος αναγκαζόταν να επιδοτεί συνεχώς τους λογαριασμούς για να περιορίσει την κοινωνική πίεση. Μόνο για τον Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς, οι επιδοτήσεις που ανακοινώθηκαν από το υπουργείο Ενέργειας έφταναν τα 1,9 δισεκατομμύρια ευρώ.


Το πρόβλημα, όπως τόνιζε ο Δούκας, ήταν δομικό. Ένα μοντέλο που βασίζεται αποκλειστικά σε επιδοτήσεις έχει περιορισμένη διάρκεια ζωής, καθώς μεταφέρει το κόστος από τους λογαριασμούς των καταναλωτών στον κρατικό προϋπολογισμό χωρίς να αγγίζει τον πυρήνα του προβλήματος: τη διαμόρφωση των τιμών στην αγορά.


Γι’ αυτό και η πρόταση που κατέθετε τότε το ΠΑΣΟΚ προέβλεπε κάτι διαφορετικό. Ένα κλιμακωτό πλαφόν στη λιανική τιμή της ενέργειας, με στόχευση στους πιο ευάλωτους καταναλωτές και με χρηματοδότηση που θα προερχόταν τόσο από τον κρατικό προϋπολογισμό όσο και από την ίδια την αγορά ενέργειας. Ένα εργαλείο, δηλαδή, που θα δημιουργούσε προβλεψιμότητα για τα νοικοκυριά και θα περιόριζε τα υπερκέρδη που καταγράφονταν σε ορισμένα τμήματα της αγοράς.

Advertisement


Η συζήτηση για τέτοιου είδους παρεμβάσεις δεν ήταν τότε περιθωριακή. Αντιθέτως, την ίδια περίοδο αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εξετάζαν –ή υιοθετούσαν– παρόμοια εργαλεία για να περιορίσουν την ενεργειακή ακρίβεια. Ωστόσο, στην ελληνική περίπτωση, η επιλογή της κυβέρνησης ήταν διαφορετική: η έμφαση δόθηκε στις επιδοτήσεις των λογαριασμών και στη διαχείριση των τιμών μέσω μηχανισμών αγοράς.


Τρία χρόνια αργότερα, με τις γεωπολιτικές εντάσεις να απειλούν ξανά τη σταθερότητα της ενεργειακής αγοράς, η ίδια ιδέα επιστρέφει στον δημόσιο διάλογο. Η πιθανότητα νέων αυξήσεων στις τιμές ενέργειας επαναφέρει τα παλιά ερωτήματα: πόσο ανθεκτικό είναι το μοντέλο των επιδοτήσεων και αν η Ελλάδα θα μπορούσε –ή θα έπρεπε– να υιοθετήσει πιο άμεσες παρεμβάσεις στη λιανική αγορά


Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόταση για κλιμακωτό πλαφόν, που είχε κατατεθεί ήδη από το 2022, αποκτά εκ νέου επικαιρότητα. Όχι μόνο ως πολιτική αντιπαράθεση για το τι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά, αλλά και ως πιθανό εργαλείο για την αντιμετώπιση μιας κρίσης που δείχνει να επιστρέφει. Η ιστορία της ενεργειακής κρίσης στην Ελλάδα δεν είναι μόνο ιστορία τιμών και λογαριασμών· είναι και ιστορία επιλογών πολιτικής, που συνεχίζουν να κρίνουν το ποιος τελικά πληρώνει το κόστος.

Advertisement