ΔΙΕΘΝΗ
Φορολογώντας τον πλούτο ή φορολογώντας την κοινωνία; Bernie Sanders & A.O.C απαντάνε εμφατικά
Κάθε φορά που τίθεται στο τραπέζι η φορολόγηση του μεγάλου πλούτου, η δημόσια συζήτηση μοιάζει να ακολουθεί ένα προβλέψιμο μοτίβο. Οι υποστηρικτές της σημερινής τάξης πραγμάτων προειδοποιούν για φυγή κεφαλαίων, κατάρρευση επενδύσεων και οικονομική καταστροφή. Οι επικριτές της ανισότητας αντιτείνουν ότι η πραγματική καταστροφή συντελείται ήδη: στα υποχρηματοδοτούμενα σχολεία, στα πιεσμένα συστήματα υγείας, στην αδυναμία εκατομμυρίων πολιτών να καλύψουν βασικές ανάγκες.
Η είδηση ότι ο Ίλον Μασκ ξεπέρασε σε προσωπική περιουσία το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια δεν είναι απλώς ένα ακόμη οικονομικό ρεκόρ. Είναι μια υπενθύμιση του μεγέθους των ανισοτήτων που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη παγκόσμια οικονομία. Όταν ένα και μόνο πρόσωπο συγκεντρώνει πλούτο μεγαλύτερο από το ΑΕΠ πολλών κρατών, το ερώτημα παύει να είναι οικονομικό και γίνεται βαθιά πολιτικό.
Γι’ αυτό και οι παρεμβάσεις πολιτικών όπως ο Μπέρνι Σάντερς, η Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ και ο Ζόραν Μαμντάνι αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Δεν παρουσιάζουν μια ουτοπική ιδέα ούτε μια επαναστατική ανατροπή. Επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα θεμελιώδες ερώτημα: ποιος πληρώνει τελικά για τη λειτουργία της κοινωνίας;
Για δεκαετίες, η κυρίαρχη οικονομική λογική υποστήριζε ότι η ευημερία των λίγων θα διαχεόταν προς τα κάτω. Όμως τα στοιχεία δείχνουν ότι η συσσώρευση πλούτου στην κορυφή δεν συνοδεύτηκε από ανάλογη βελτίωση της ζωής για τη μεγάλη πλειονότητα των πολιτών. Αντίθετα, σε πολλές δυτικές δημοκρατίες η πρόσβαση στη στέγη, στην υγεία και στην εκπαίδευση γίνεται ολοένα δυσκολότερη.
Η φορολόγηση του μεγάλου πλούτου δεν αποτελεί τιμωρία της επιτυχίας. Αποτελεί μηχανισμό αναδιανομής μέρους του πλεονάσματος που παράγεται συλλογικά από μια κοινωνία. Οι μεγάλες περιουσίες δεν δημιουργούνται σε κενό αέρος. Βασίζονται σε δημόσιες υποδομές, σε εκπαιδευμένα εργατικά χέρια, σε κρατικά χρηματοδοτούμενη έρευνα, σε θεσμούς που εγγυώνται σταθερότητα και ασφάλεια.
Το πραγματικά ριζοσπαστικό δεν είναι να ζητά κανείς μεγαλύτερη συνεισφορά από τους υπερπλούσιους. Ριζοσπαστικό είναι να θεωρείται φυσιολογικό ότι ένας εργαζόμενος, μια οικογένεια ή ένας μικρομεσαίος επαγγελματίας καλούνται να επωμίζονται δυσανάλογα βάρη, ενώ ο συσσωρευμένος πλούτος στην κορυφή αυξάνεται με ρυθμούς που θυμίζουν άλλες ιστορικές εποχές.
Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά τη ζήλια απέναντι στην επιτυχία. Αφορά το είδος της κοινωνίας που θέλουμε να οικοδομήσουμε. Και κυρίως υπενθυμίζει κάτι που συχνά αποκρύπτεται από τον δημόσιο διάλογο: η ακραία ανισότητα δεν είναι φυσικός νόμος. Είναι πολιτική επιλογή. Όπως πολιτική επιλογή είναι και η αντιμετώπισή της.
