ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Η ακρίβεια διαψεύδει το κυβερνητικό αφήγημα – Όλο και λιγότερα στο καλάθι των νοικοκυριών
Η καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών έρχεται να διαψεύσει για ακόμη μία φορά το κυβερνητικό αφήγημα περί οικονομικής βελτίωσης και ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος. Παρά τις συνεχείς αναφορές σε αυξήσεις μισθών και θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, τα στοιχεία για τον πληθωρισμό και το κόστος ζωής αποτυπώνουν μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα για τα ελληνικά νοικοκυριά.
Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε τον Μάιο στο 5%, σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, τοποθετώντας τη χώρα στις πρώτες θέσεις της ακρίβειας στην ευρωπαϊκή κατάταξη. Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα όταν συνδυάζεται με τη συνεχιζόμενη εκτίναξη των τιμών στα βασικά αγαθά διαβίωσης.
Από το 2020 έως το 2024 οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν κατά 32%, ενώ σε βασικά προϊόντα η επιβάρυνση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Το μοσχάρι, το αρνί, τα μαγειρικά λίπη, αλλά και μια σειρά καθημερινών ειδών διατροφής καταγράφουν διψήφιες αυξήσεις, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η σύγκριση με το 2019. Το γάλα και το ψωμί έχουν αυξηθεί έως και 60%, το ελαιόλαδο έχει υπερδιπλασιάσει την τιμή του, ενώ καφές και κρέας καταγράφουν ανατιμήσεις που ξεπερνούν το 70%. Πρόκειται για προϊόντα που βρίσκονται στον πυρήνα της καθημερινής κατανάλωσης και δεν μπορούν εύκολα να υποκατασταθούν από τα νοικοκυριά.
Η κυβέρνηση επιμένει να αντιπαραβάλλει τις αυξήσεις των τιμών με την άνοδο του κατώτατου μισθού. Ωστόσο, η αγοραστική δύναμη παραμένει το πραγματικό μέτρο αξιολόγησης της οικονομικής πολιτικής. Και εκεί τα στοιχεία είναι αμείλικτα. Μεγάλες κατηγορίες εργαζομένων αδυνατούν πλέον να αγοράσουν τις ίδιες ποσότητες βασικών αγαθών που μπορούσαν να προμηθευτούν πριν από λίγα χρόνια, παρά τις ονομαστικές αυξήσεις στους μισθούς.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στον πυθμένα της Ευρώπης ως προς τους πραγματικούς μισθούς. Ο μέσος ετήσιος μισθός παραμένει δραματικά χαμηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ οι τιμές σε αρκετά βασικά αγαθά είναι ίδιες ή και υψηλότερες από εκείνες πολλών ευρωπαϊκών χωρών.
Ιδιαίτερα ασφυκτική είναι η κατάσταση στη στέγαση. Τα ενοίκια αυξάνονται με ρυθμούς πολλαπλάσιους από εκείνους που καταγράφονται στην υπόλοιπη Ευρώπη, απορροφώντας ολοένα μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματος των πολιτών. Για χιλιάδες νέους εργαζόμενους και οικογένειες, η εξασφάλιση αξιοπρεπούς κατοικίας μετατρέπεται σε δυσεπίλυτο πρόβλημα.
Η συζήτηση για την ακρίβεια δεν αφορά πλέον μόνο τις διεθνείς κρίσεις ή τις γεωπολιτικές αναταράξεις. Αφορά και την αποτελεσματικότητα των ελέγχων στην αγορά, τη λειτουργία του ανταγωνισμού, τη φορολογική πολιτική και την ικανότητα του κράτους να προστατεύει τους καταναλωτές από φαινόμενα αισχροκέρδειας και υπερσυγκέντρωσης ισχύος σε κρίσιμους κλάδους της οικονομίας.
Επτά χρόνια μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τη Νέα Δημοκρατία, η απόσταση ανάμεσα στους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς και στην πραγματική εικόνα των νοικοκυριών φαίνεται να διευρύνεται. Για τους πολίτες που βλέπουν το καλάθι του σούπερ μάρκετ να αδειάζει πριν τελειώσει ο μήνας, οι αριθμοί της καθημερινότητας αποδεικνύονται ισχυρότεροι από οποιαδήποτε επικοινωνιακή καμπάνια.
