N.Φωτόπουλος: “Οι εκλογές του ΠΑΣΟΚ και η επόμενη μέρα στον Προοδευτικό χώρο”

Άρθρο γνώμης του Νίκου Φωτόπουλου-Νομικού

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΟΥ ΠΑΣΟΚ ΚΑΙ Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ ΣΤΟΝ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟ ΧΩΡΟ

 

Σαφής η εντολή 270.000 πολιτών: ανανέωση, ενότητα και πολιτική αυτονομία. Επανίδρυση και αναγέννηση του προοδευτικού χώρου. Απόρριψη των δεξιών σεναρίων και της προσέγγισης με τον ΣΥΡΙΖΑ.

Το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο παραμένει ισχυρότατο.

Ο τόπος χρειάζεται αξιωματική αντιπολίτευση.

 

Στις εσωκομματικές εκλογές του ΠΑΣΟΚ, η κοινωνική βάση του προοδευτικού χώρου έδωσε σαφή εντολή. Επανίδρυση, αναγέννηση και ισχυροποίηση της προοδευτικής παράταξης.

Το πρώτο βασικό συμπέρασμα των εκλογών είναι η απόρριψη κάθε προοπτικής συγκυβέρνησης με τη Δεξιά. Ο Ανδρέας Λοβέρδος, ο οποίος εδώ και 1 χρόνο έδινε τη μάχη με ξεκάθαρες θέσεις, ηττήθηκε. Δεν πέρασε στον 2ο γύρο, μολονότι είχε την πιο καλά προετοιμασμένη υποψηφιότητα, εξαιρετικό επιτελείο, συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα και ισχυρό δίκτυο μιντιακής υποστήριξης. Η ήττα του οφείλεται σε έναν και μόνο λόγο : όσο και αν ο ίδιος το αντέκρουσε με την συγκροτημένη παρουσία του, τελικά ταυτίστηκε με τη ρετσινιά των δεξιών σεναρίων. Ήταν, άλλωστε, υπουργός της συγκυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου, ενώ και τώρα, εν μέσω προεκλογικής εκστρατείας, δεν δίστασε να υπερψηφίσει επί της αρχής κυβερνητικό νομοσχέδιο κόντρα στην επίσημη θέση του κόμματός του. Στην σκληρή αρένα της πολιτικής ως διαχείρισης των συμβόλων, ανεξαρτήτως της βούλησης ή και της στάσης των προσώπων, τα μηνύματα προσωποποιούνται. Μέσω της ήττας του Ανδρέα Λοβέρδου, ο προοδευτικός κόσμος έστειλε το ξεκάθαρο μήνυμα ότι δεν θέλει ποτέ να ξαναδεί το ΠΑΣΟΚ να συνεργάζεται με τη Δεξιά. Μήνυμα που θα έστελνε σε κάθε περίπτωση, είτε στον 1ο είτε στον 2ο γύρο, ακόμα και εάν μετά τον θάνατο της Φώφης Γεννηματά δεν είχαν κατατεθεί επιπλέον υποψηφιότητες. Κανείς δεν ξεχνάει την συγκυβέρνηση Βενιζέλου- Σαμαρά του 2012, η οποία μετέτρεψε το ΠΑΣΟΚ σε μικρό εταίρο και παράρτημα της Δεξιάς, το καταβαράθρωσε και το καταδίκασε επί μια δεκαετία σε ρόλο κομπάρσου. 

Βασική προϋπόθεση ισχυροποίησης ενός προοδευτικού κόμματος είναι να θεωρεί ιδεολογικό και υπαρξιακό αντίπαλο τη Δεξιά. Αλλιώς, θα μένει καταδικασμένο σε χαμηλά ποσοστά, σε ρόλο εταίρου και δορυφόρου. Αυτό έδειξε η κάλπη.

Το δεύτερο συμπέρασμα είναι η απόρριψη των σεναρίων «ουράς» στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Γιώργος Παπανδρέου ηττήθηκε, μολονότι εξέφρασε το αντιδεξιό πρόταγμα, τόνωσε το ενδιαφέρον για τις εκλογές και συνέβαλε στην σημαντική αύξηση της συμμετοχής (με την συσπείρωση και την αντισυσπείρωση που προκάλεσε η υποψηφιότητά του). Αυτό συνέβη, διότι οι αντίπαλοί του πέτυχαν να τον ταυτίσουν με την πολιτική της «ουράς». Στον σύντομο χρόνο της υποψηφιότητάς του, άργησε να ξεκαθαρίσει το, αρχικά θολό, νόημα της πρότασης για προοδευτική διακυβέρνηση. Την ίδια ώρα, σε αντίθεση με τους άλλους βασικούς συνδιεκδικητές, οι οποίοι απέφυγαν τις αστοχίες και δεν «χαντάκωσαν» την πολιτική τους ατζέντα, από το δικό του επιτελείο έγιναν σοβαρά λάθη. Όπως σωστά επεσήμανε η Μαρία Καρακλιούμη, το «κοινό» του Παπανδρέου, σε αντίθεση με τους υποστηρικτές των άλλων υποψηφίων, δεν ήταν όσο «ζεστό» χρειαζόταν για μια τέτοια μάχη. Η οργάνωση και ο συντονισμός εμφάνισαν αρρυθμίες. Εντός του, ούτως ή άλλως διασπασμένου, παπανδρεϊκού μπλοκ (Καστανίδης και Γερουλάνος επέμειναν ως το τέλος σε ξεχωριστή πορεία) υπήρχε διβουλία για σοβαρά θέματα : από το εάν έπρεπε να καταθέσει υποψηφιότητα και το πού θα εστιαζόταν η καμπάνια του, μέχρι το πόσο κοντά στον ΣΥΡΙΖΑ θα κινηθεί. Σημαντικό μέρος του αγώνα του αναλώθηκε στο παρελθόν, ενώ οι εκλογές κερδίζονται με την ελπίδα και την προσδοκία του μέλλοντος. Ορισμένοι δε συνεργάτες του δεν σταμάτησαν επί 1,5 μήνα να αναλύουν στον Τύπο τις εκτιμήσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης για τον Παπανδρέου (δίχως να κατανοούν ότι έτσι έπλητταν ανεπανόρθωτα την υποψηφιότητά του), ενώ δεν απέφυγαν ούτε καν τις συναντήσεις με ηγετικά στελέχη της 3 μόλις ημέρες πριν από τις εκλογές της 5ης Δεκεμβρίου. Τα λάθη αυτά αξιοποιήθηκαν από τους αντιπάλους του και του στέρησαν κρίσιμες δυνάμεις. Δεν είναι τυχαίο ότι υπήρξε ρεύμα της τελευταίας στιγμής από τον Γιώργο Παπανδρέου προς τον Νίκο Ανδρουλάκη, το οποίο στις 5 Δεκεμβρίου διαμόρφωσε ένα αποτέλεσμα μη αναστρέψιμο.

Η κοινωνική βάση του ΠΑΣΟΚ έδειξε ξεκάθαρα ότι δεν θέλει καμία επαφή με τον ΣΥΡΙΖΑ. Θέλει αυτόνομη πορεία και ισχυροποίηση του ΠΑΣΟΚ. Αντιδεξιά δεν σημαίνει ουρά άλλων πολιτικών δυνάμεων. Σημαίνει ισχυρή προοδευτική παράταξη, ικανή να αντιπολιτευτεί τον Μητσοτάκη και να προτείνει το δικό της πρόγραμμα διακυβέρνησης. Πέρα από αυταπάτες, το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο παραμένει ισχυρότατο, ακόμα και εντός του προοδευτικού χώρου. Αυτό σηματοδότησε η ήττα Παπανδρέου, κατά τον ίδιο τρόπο που η ήττα Λοβέρδου έδειξε την άρνηση στα δεξιά σενάρια.

Από τα δύο μεγάλα «όχι» της κοινωνικής βάσης, που στην ουσία συγκροτούν το «ναι» στην πολιτική αυτονομία, επωφελήθηκε ο Νίκος Ανδρουλάκης. Πατώντας σε αυτά, πολλαπλασίασε τα οφέλη του χαρτιού της ανανέωσης. Επιπλέον, οι οργανωτικές ικανότητες και η μετριοπάθεια τον βοήθησαν να χαρτογραφεί το περιβάλλον και να αποφεύγει τις εντάσεις που τόσο κόστισαν στο κόμμα του. Ο πολιτικός λόγος του δεν είχε «γωνίες» και συνειδητά απέφυγε να ανοίξει μέτωπα. Ο Ανδρουλάκης είχε μια σαφή στρατηγική : να περάσει στον 2ο γύρο κινούμενος κάτω από τα…ραντάρ, αφήνοντας τον Παπανδρέου και τον Λοβέρδο να ανταλλάσσουν αιχμές και να ταυτίζονται με το παρελθόν, και στις 12 Δεκεμβρίου να παίξει το χαρτί της ανανέωσης και της «πρώτης ευκαιρίας». Εκ του αποτελέσματος, η στρατηγική αυτή απέδωσε. Το τρίπτυχο «ανανέωση- ενότητα- πολιτική αυτονομία» πράγματι πιάνει τον σφυγμό μιας κρίσιμης μάζας στον προοδευτικό χώρο. Δεν μπορούσε, ασφαλώς, ούτε και ο ίδιος να προβλέψει το απρόσμενο δώρο της τελευταίας στιγμής : τα λάθη της πλευράς Παπανδρέου τις τελευταίες ημέρες πριν από τις 5 Δεκεμβρίου, τα οποία του έδωσαν σημαντική ώθηση για να πετύχει ένα αποτέλεσμα μη αναστρέψιμο. Στον 2ο γύρο, η όψιμη «αγάπη» επιχειρηματικών κύκλων και μιντιαρχών, οι οποίοι είχαν μέχρι τότε άλλες προτιμήσεις, δεν ήταν ικανή να απειλήσει την εκλογή του για τρεις βασικούς λόγους. Πρώτον, διότι ο ίδιος δεν έδωσε δείγματα επηρεασμού. Δεύτερον, διότι το προβάδισμά του δεν ανατρεπόταν. Και, τρίτον, διότι ο αντίπαλός του δεν είχε συντεταγμένη λειτουργία και -το κυριότερο- επιδόθηκε σε προσωπικές επιθέσεις εναντίον ενός νέου ανθρώπου, και μάλιστα για υποθέσεις του παρελθόντος. Οι επιθέσεις στους νέους από γηραιότερους, και μάλιστα με προσωπικούς μειωτικούς χαρακτηρισμούς, πάντοτε ισοδυναμούν με «πουσάρισμα» των νέων. Είναι νόμος της ζωής και της πολιτικής: δεν πολεμάς τον νέο και την ελπίδα με μειωτικούς χαρακτηρισμούς και με παρελθοντολογία, γιατί μόνο να χάσεις έχεις από αυτό. Δίνεις την εικόνα επίδοξου Κρόνου και αυξάνεις την συμπάθεια και την εκτίμηση σε εκείνον στον οποίο επιτίθεσαι. 

Ωστόσο, ο νέος πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, που εξελέγη με σημαία την αυτονομία, οφείλει να προβληματιστεί την επόμενη μέρα σχετικά με το πώς θα αντιμετωπίσει προσπάθειες χειραγώγησής του. Η όψιμη «αγάπη» από το μπλοκ της Διαπλοκής είναι πάντοτε υπό όρους και, εάν τους αρνηθεί, η «αγάπη» σύντομα θα μετατραπεί σε πολεμική. Η Διαπλοκή γνωρίζει καλά να αγκαλιάζει πολιτικά πρόσωπα (αρχηγούς και στελέχη), να τα βάζει στο χέρι και να τα πνίγει, ελέγχοντας τις εξελίξεις στα κόμματα και στη χώρα.

Η επιλογή για αυτονομία και ισχυροποίηση του ΠΑΣΟΚ εξυπηρετείται από το ότι στις επόμενες διπλές εθνικές εκλογές δεν κρίνεται ποιός θα βρίσκεται στην κυβέρνηση (όλοι γνωρίζουμε τον νικητή), αλλά τι είδους αντιπολίτευση θα έχουμε. Η βεβαιότητα για τον νικητή των εκλογών απελευθερώνει δυνάμεις και αναδιατάσσει το πολιτικό τοπίο. Πρέπει, λοιπόν, να γίνει συνείδηση σε όλους ότι, τουλάχιστον μέχρι τις διπλές εκλογές, το ΠΑΣΟΚ θα τραβήξει τον δρόμο του και ο ΣΥΡΙΖΑ τον δικό του. Μεταξύ των δύο κομμάτων, τα οποία έχουν διαφορετική ταυτότητα, διαφορετικό πολιτικό σχέδιο και ανήκουν σε άλλη ευρωπαϊκή πολιτική οικογένεια, πέρα από την όποια σύγκλιση θέσεων σε επιμέρους ζητήματα ενάντια στην κυβερνητική πολιτική, θα υπάρχει και έντονος ανταγωνισμός. Υπό αυτό το πρίσμα, τα καλέσματα και οι προτροπές του τύπου «το ΠΑΣΟΚ να διαλέξει πλευρά» ή τα ερωτήματα «τίνος εταίρος θα είναι το ΠΑΣΟΚ» δεν έχουν βάση. Το ΠΑΣΟΚ, αξιοποιώντας την κοινωνική δυναμική και το πολιτικό όπλο των 270.000 πολιτών, θα επιδιώξει να ανατρέψει τους πολιτικούς συσχετισμούς και να γίνει η κυρίαρχη δύναμη στον προοδευτικό χώρο.  Σε ένα ρευστό πολιτικό τοπίο, δεδομένης της κατάστασης του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ και της αποξένωσης σημαντικής μερίδας προοδευτικών ψηφοφόρων του, το ενδεχόμενο αυτό είναι υπαρκτό και δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Σε κάθε περίπτωση, η όποια συζήτηση για συνεργασίες στον προοδευτικό χώρο θα έχει οποιοδήποτε νόημα, μόνο αφότου βγουν τα αποτελέσματα της διπλής βουλευτικής κάλπης, βάσει των συσχετισμών που θα διαμορφωθούν τότε. Όσοι βιάζονται για συνοικέσια, στην πραγματικότητα βλάπτουν την ίδια την υπόθεση για την οποία μιλούν και φανερώνουν την ανησυχία τους για την κοινωνική δυναμική που αναπτύσσεται. 

Με τεράστια την ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ, η ΝΔ έχει συγκροτήσει ένα ισχυρό μπλοκ εξουσίας σε όλα τα επίπεδα του κράτους και απέναντί της δεν υπάρχει αξιωματική αντιπολίτευση άξια της θέσης και του ρόλου της. Πρόκειται για έναν «χωλό δικομματισμό», με κυρίαρχη Δεξιά και ακίνδυνη, σε επίπεδο μεσαίου μεγέθους κόμματος, αντιπολίτευση. Σε αυτήν την κατάσταση βρισκόμαστε σήμερα.

Το καθήκον του προοδευτικού χώρου είναι να ανασυνταχθεί, να μεγαλώσει και να λειτουργήσει ως αξιωματική αντιπολίτευση. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ, με την υπάρχουσα δομή, οργάνωση, διάταξη, στελέχωση, πολιτική, δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε τέτοιο ρόλο. Μοιάζει με πολιτική έκφραση μιας περιόδου που παρήλθε. Η θέση του στο πολιτικό σύστημα θα γίνεται όλο και πιο επισφαλής, εκτός εάν προχωρήσει σε επανίδρυση.

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ