ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Ελλάδα: Πρωταθλήτρια στο κόστος μετακίνησης, ουραγός στην αγοραστική δύναμη
Η εικόνα που αποτυπώνεται στα ευρωπαϊκά συγκριτικά στοιχεία για το κόστος οδικής μετακίνησης δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό επιβάρυνσης για ένα ταξίδι 500 χιλιομέτρων σε σχέση με τον καθαρό κατώτατο μισθό μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαθέτουν εθνικό κατώτατο μισθό. Με κόστος 102,1 ευρώ, το συγκεκριμένο ταξίδι απορροφά το 13,2% του καθαρού κατώτατου μισθού, ποσοστό υψηλότερο ακόμη και από χώρες με αισθητά χαμηλότερα εισοδήματα.
Πίσω από τους αριθμούς κρύβεται μια πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά εκατομμύρια πολίτες. Η αύξηση των διοδίων, οι υψηλές τιμές καυσίμων και η διαρκής συμπίεση της αγοραστικής δύναμης έχουν μετατρέψει τη μετακίνηση σε οικονομικό βάρος. Σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ιρλανδία ή η Ολλανδία, το αντίστοιχο κόστος αντιστοιχεί σε μόλις 3% έως 3,4% του κατώτατου μισθού. Στην Ελλάδα το ποσοστό είναι σχεδόν τετραπλάσιο.
Η κυβέρνηση επιμένει να παρουσιάζει μια εικόνα οικονομικής προόδου, επικαλούμενη τους ρυθμούς ανάπτυξης και τις αναβαθμίσεις της οικονομίας από τους διεθνείς οίκους. Ωστόσο, η καθημερινότητα των πολιτών αφηγείται μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Όταν ένας εργαζόμενος χρειάζεται περισσότερο από το ένα όγδοο του μηνιαίου κατώτατου εισοδήματός του για ένα και μόνο ταξίδι 500 χιλιομέτρων, το πρόβλημα δεν είναι οι στατιστικές συγκρίσεις αλλά η πραγματική αξία του μισθού.
Η ελληνική οικονομία εμφανίζεται να παράγει ανάπτυξη χωρίς να τη μεταφέρει στους πολίτες. Οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι σε επίπεδα που δεν συμβαδίζουν με το κόστος ζωής, ενώ οι βασικές ανάγκες, από τη στέγαση μέχρι τη μετακίνηση, καταναλώνουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος. Το αποτέλεσμα είναι μια χώρα που μπορεί να εμφανίζει θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες, αλλά ταυτόχρονα καταγράφει από τις χειρότερες επιδόσεις στην πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων.
Η πρωτιά της Ελλάδας στη συγκεκριμένη κατάταξη δεν αποτελεί λόγο υπερηφάνειας. Αντιθέτως, λειτουργεί ως η πιο καθαρή απόδειξη ότι το αφήγημα περί βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου προσκρούει στα δεδομένα της καθημερινότητας. Οι αριθμοί δείχνουν ότι οι Έλληνες εργαζόμενοι πληρώνουν ακριβότερα από κάθε άλλον Ευρωπαίο την ελευθερία να μετακινηθούν μέσα στη δική τους χώρα.
