ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Όταν οι πολίτες γυρίζουν την πλάτη στα ΜΜΕ: Η κρίση εμπιστοσύνης χτυπά τον πυρήνα της Δημοκρατίας
Η νέα έκθεση του Reuters Institute καταγράφει ιστορικό χαμηλό εμπιστοσύνης στις ειδήσεις παγκοσμίως. Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι πολίτες δεν θέλουν ενημέρωση. Είναι ότι αμφιβάλλουν όλο και περισσότερο για όσους τη διαχειρίζονται.
Η εμπιστοσύνη αποτελεί το θεμέλιο της ενημέρωσης. Χωρίς αυτήν, ακόμη και η πιο τεκμηριωμένη είδηση κινδυνεύει να αντιμετωπιστεί ως μία ακόμη άποψη μέσα στον αχανή θόρυβο της ψηφιακής εποχής. Τα ευρήματα της φετινής έκθεσης του Reuters Institute αποτυπώνουν με ανησυχητική σαφήνεια ότι το θεμέλιο αυτό παρουσιάζει πλέον βαθιές ρωγμές.
Μόλις το 37% των πολιτών παγκοσμίως δηλώνει ότι εμπιστεύεται τις ειδήσεις που παρακολουθεί. Πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό από τότε που ξεκίνησε η συγκεκριμένη έρευνα πριν από έντεκα χρόνια. Πίσω από τον αριθμό κρύβεται μια βαθύτερη μεταβολή στη σχέση κοινωνίας και μέσων ενημέρωσης. Οι πολίτες δεν εγκαταλείπουν την ενημέρωση. Εγκαταλείπουν την πεποίθηση ότι η ενημέρωση που λαμβάνουν είναι ανεξάρτητη, ισορροπημένη και απαλλαγμένη από πολιτικές ή οικονομικές εξαρτήσεις.
Η κρίση αυτή δεν γεννήθηκε τυχαία. Σε πολλές χώρες, η συγκέντρωση των μέσων ενημέρωσης σε λίγα επιχειρηματικά κέντρα, οι στενές σχέσεις πολιτικής και μιντιακής εξουσίας, η υποβάθμιση της ερευνητικής δημοσιογραφίας και η μετατροπή της ενημέρωσης σε προϊόν άμεσης κατανάλωσης έχουν διαβρώσει σταδιακά την αξιοπιστία του δημοσιογραφικού επαγγέλματος.
Οι πολίτες εμφανίζονται ολοένα και πιο καχύποπτοι απέναντι στον τρόπο με τον οποίο καλύπτονται κρίσιμα ζητήματα όπως η ακρίβεια, η μετανάστευση, οι πόλεμοι ή οι κοινωνικές ανισότητες. Η αίσθηση ότι σημαντικές πτυχές της πραγματικότητας αποσιωπώνται ή παρουσιάζονται επιλεκτικά τροφοδοτεί έναν φαύλο κύκλο δυσπιστίας, ο οποίος τελικά ενισχύει την αποστασιοποίηση από τα παραδοσιακά μέσα.
Δεν είναι τυχαίο ότι εκατομμύρια πολίτες στρέφονται πλέον στα κοινωνικά δίκτυα και στις ψηφιακές πλατφόρμες για να ενημερωθούν. Ωστόσο, η μετακίνηση αυτή δεν συνοδεύεται από μεγαλύτερη εμπιστοσύνη. Αντιθέτως, μόλις το 22% δηλώνει ότι εμπιστεύεται τις ειδήσεις που διακινούνται μέσω social media. Πρόκειται ουσιαστικά για μια μετακίνηση που γεννά νέες αβεβαιότητες χωρίς να θεραπεύει τις παλιές.
Το πλέον ενδιαφέρον εύρημα της έρευνας είναι ότι οι πολίτες δεν απορρίπτουν την ίδια τη δημοσιογραφία. Αντίθετα, εξακολουθούν να ζητούν αντικειμενική, τεκμηριωμένη και αμερόληπτη ενημέρωση. Αυτό που αμφισβητούν είναι η ικανότητα μεγάλου μέρους του μιντιακού συστήματος να ανταποκριθεί σε αυτή την αποστολή.
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου η ελευθερία του Τύπου βρίσκεται τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο διεθνών επικρίσεων. Όσο ενισχύεται η αίσθηση πολιτικής επιρροής, οικονομικής εξάρτησης ή επιλεκτικής προβολής της πραγματικότητας, τόσο δυσκολότερο γίνεται για τα μέσα ενημέρωσης να ανακτήσουν την αξιοπιστία τους στα μάτια της κοινωνίας.
Η κρίση εμπιστοσύνης δεν αποτελεί μόνο πρόβλημα των δημοσιογράφων ή των εκδοτών. Αφορά τη λειτουργία της ίδιας της Δημοκρατίας. Διότι όταν οι πολίτες παύουν να εμπιστεύονται τους θεσμούς ενημέρωσης, καθίσταται ευκολότερη η διάδοση της παραπληροφόρησης, των θεωριών συνωμοσίας και της πολιτικής χειραγώγησης. Και τότε η ενημέρωση παύει να λειτουργεί ως δημόσιο αγαθό και μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης αφηγήσεων, όπου η αλήθεια χάνει σταδιακά το ειδικό της βάρος.
Η έκθεση του Reuters δεν καταγράφει απλώς μια στατιστική υποχώρηση της εμπιστοσύνης. Καταγράφει ένα ηχηρό προειδοποιητικό σήμα για το μέλλον της δημόσιας σφαίρας. Και η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη από περισσότερη ανεξαρτησία, περισσότερη διαφάνεια και περισσότερη δημοσιογραφία που υπηρετεί την κοινωνία και όχι την εξουσία.
