Connect with us

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: Ο στοχαστής που δεν φοβήθηκε ποτέ την αμφιβολία

Published

on

Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς έφυγε από τη ζωή στα 89 του χρόνια, αφήνοντας πίσω του όχι απλώς ένα σημαντικό επιστημονικό έργο, αλλά μια ολόκληρη παράδοση δημόσιου στοχασμού. Μια παράδοση που αντιμετώπιζε την κοινωνιολογία όχι ως αποστειρωμένη ακαδημαϊκή άσκηση, αλλά ως εργαλείο κατανόησης της κοινωνίας, των ανισοτήτων, της εξουσίας και των μεγάλων μεταβολών της Ιστορίας.

Ο Τσουκαλάς υπήρξε ένας διανοούμενος που έζησε από κοντά μερικές από τις πιο ταραγμένες σελίδες της νεότερης Ελλάδας και της Ευρώπης: την Κατοχή, τον Εμφύλιο, την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη, τη δικτατορία, την αυτοεξορία στο Παρίσι, τον Μάη του ’68, τη Μεταπολίτευση και την ανασυγκρότηση του ελληνικού Πανεπιστημίου.

Από τον Μπελογιάννη στην Αριστερά

Η πολιτική του διαμόρφωση είχε μια βαθιά προσωπική αφετηρία. Ως παιδί παρακολούθησε, χάρη στον πατέρα του, δικηγόρο του Νίκου Μπελογιάννη, μέρος της δίκης του ιστορικού στελέχους του ΚΚΕ.

Η φράση του πατέρα του, ότι «αυτόν τον άνθρωπο θα τον εκτελέσουν για τις ιδέες του», έμεινε ανεξίτηλη στη μνήμη του. Ο ίδιος αργότερα θα έλεγε ότι εκείνο ήταν το «κουδουνάκι» που τον έσπρωξε προς την Αριστερά και, μαζί, προς το ενδιαφέρον του για την κοινωνία και τους μηχανισμούς της.

Advertisement

Η διαδρομή του, ωστόσο, δεν ήταν ποτέ μια διαδρομή δογματικής βεβαιότητας. Η αμφιβολία ήταν για τον Τσουκαλά συστατικό στοιχείο της σκέψης. Και αυτή ακριβώς η διανοητική επιφύλαξη τον διαφοροποίησε από όσους, στην πορεία των δεκαετιών, μετέτρεψαν τις πολιτικές ή θεωρητικές τους πεποιθήσεις σε αμετάκλητες αλήθειες.

Από τη Νομική στην κοινωνική θεωρία

Σπούδασε Νομική στην Αθήνα, ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Φιλοσοφία του Δικαίου και την Κοινωνιολογία στη Χαϊδελβέργη, το Μόναχο, το Παρίσι και το Yale και σταδιακά εγκατέλειψε τη δικηγορία για έναν άλλο δρόμο.

Η κοινωνία, οι θεσμοί, η εξουσία, οι κοινωνικές ανισότητες και οι μηχανισμοί αναπαραγωγής τους έγιναν ο πυρήνας του επιστημονικού του ενδιαφέροντος.

Η δικτατορία τον οδήγησε στο Παρίσι, όπου παρέμεινε για περίπου μία δεκαετία και βρέθηκε στο κέντρο μιας από τις πιο δημιουργικές περιόδους της ευρωπαϊκής διανόησης. Συνομίλησε με πρόσωπα όπως ο Λουί Αλτουσέρ και ο Πιερ Μπουρντιέ, ενώ ο Νίκος Σβορώνος υπήρξε σημαντικός πνευματικός του δάσκαλος. Ο Μισέλ Φουκό παρέμεινε, μέχρι το τέλος, ένας από τους στοχαστές που θαύμαζε περισσότερο.

Advertisement

Η «Ελληνική Τραγωδία» και η διεθνής αναγνώριση

Η δικτατορία υπήρξε η αφορμή για ένα από τα σημαντικότερα έργα του, την «Ελληνική Τραγωδία», ένα βιβλίο που επιχειρούσε να εξηγήσει πώς η Ελλάδα οδηγήθηκε στη χούντα.

Το βιβλίο γνώρισε πολλές εκδόσεις και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, μετατρέποντας τον Τσουκαλά σε διεθνώς αναγνωρίσιμο κοινωνικό επιστήμονα.

Η δική του ματιά, όμως, δεν περιοριζόταν στην ερμηνεία του παρελθόντος. Τον ενδιέφερε διαρκώς το πώς οι κοινωνίες μετασχηματίζονται και, κυρίως, ποιοι μηχανισμοί εξουσίας επιτρέπουν στις ανισότητες να αναπαράγονται.

Ο Μάης του ’68 χωρίς τη νοσταλγία του μύθου

Ο Μάης του ’68 τον βρήκε στο Παρίσι. Συμμετείχε στην ατμόσφαιρα της εξέγερσης και έζησε την ελπίδα ενός διαφορετικού κόσμου.

Advertisement

Δεν εγκλωβίστηκε όμως ποτέ στη νοσταλγία. Αντιθέτως, χρόνια αργότερα θα παρατηρούσε με χαρακτηριστική ειρωνεία ότι μεγάλο μέρος της φαντασίας, του αυθορμητισμού και της πρωτοβουλίας που γεννήθηκαν ως αμφισβήτηση του συστήματος τελικά αφομοιώθηκαν από την ίδια την καπιταλιστική παραγωγή.

Για τον Τσουκαλά η κοινωνική αλλαγή δεν μπορούσε να αποτελεί ούτε ρομαντικό σύνθημα ούτε επιστημονικά αποστειρωμένη υπόθεση. Ήταν μια διαρκής ένταση ανάμεσα στην πίστη ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει και στην ανάγκη να κατανοούμε με ακρίβεια τους μηχανισμούς που τον κρατούν ίδιο.

Ο Νίκος Πουλαντζάς και μια βαθιά πνευματική φιλία

Ανάμεσα στις σημαντικότερες σχέσεις της ζωής του υπήρξε εκείνη με τον Νίκο Πουλαντζά.

Οι δύο άνδρες συνδέθηκαν από νεαρή ηλικία και μοιράστηκαν πολιτικές, θεωρητικές και προσωπικές αναζητήσεις. Ο Πουλαντζάς εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους μαρξιστές θεωρητικούς της μεταπολεμικής Ευρώπης και ο Τσουκαλάς σε έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες κοινωνιολόγους.

Advertisement

Η τραγική αυτοκτονία του Πουλαντζά το 1979, στο διαμέρισμα του Τσουκαλά στο Παρίσι, αποτέλεσε, όπως ο ίδιος είχε εξομολογηθεί, το μεγαλύτερο πλήγμα της ζωής του. Δεκαετίες αργότερα εξακολουθούσε να μιλά για εκείνον με την οικειότητα ενός ανθρώπου που δεν κατάφερε ποτέ να συμφιλιωθεί πλήρως με την απώλεια.

Η επιστροφή και το μεγάλο πείραμα της Μεταπολίτευσης

Μετά την πτώση της χούντας επέστρεψε στην Ελλάδα, παρότι είχε τη δυνατότητα να συνεχίσει την ακαδημαϊκή του πορεία στη Γαλλία.

Ήθελε, όπως έλεγε, να συμμετάσχει στο «μεγάλο πείραμα της Μεταπολίτευσης».

Δίδαξε στη Θεσσαλονίκη και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, διετέλεσε επιστημονικός διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών, πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Κοινωνιολόγων και της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης, ενώ ανέλαβε θέσεις ευθύνης σε σημαντικούς πολιτιστικούς και ερευνητικούς οργανισμούς.

Advertisement

Παρέμεινε ενεργός στην πανεπιστημιακή διδασκαλία ακόμη και μετά την ομοτιμοποίησή του. Για εκείνον, η διδασκαλία ήταν μια διαδικασία δημιουργίας και συνδημιουργίας, ακριβώς επειδή έθετε διαρκώς σε αμφισβήτηση τις κατεστημένες ιδέες.

Απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό και τις νέες ανισότητες

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, η σκέψη του στράφηκε ακόμη περισσότερο στην παγκοσμιοποίηση, στον νεοφιλελευθερισμό, στην κρίση της Αριστεράς, στις ανισότητες και στην κλιματική κρίση.

Η κριτική του δεν ήταν μια απλή πολιτική καταγγελία. Αφορούσε την ίδια τη μετατόπιση του νοήματος της πολιτικής.

Έβλεπε με ανησυχία τη μετάβαση από την «κυβέρνηση» στη «διακυβέρνηση», δηλαδή από την πολιτική ως δυνατότητα μετασχηματισμού της κοινωνίας στην πολιτική ως τεχνική διαχείρισης ενός δεδομένου συστήματος.

Advertisement

Και απέναντι στον άκρατο ατομικιστικό φιλελευθερισμό επέμενε στην αξία της ισότητας, της αλληλεγγύης και της συλλογικότητας. Δεν αποδεχόταν την ιδέα ότι η κοινωνία αποτελεί απλώς το άθροισμα των ατομικών συμφερόντων.

Η τελευταία μεγάλη ομιλία του, στην Ακαδημία Αθηνών τον Οκτώβριο του 2025, ήταν από αυτή την άποψη απολύτως χαρακτηριστική. Από το βήμα ενός από τους κατεξοχήν θεσμούς της ελληνικής πνευματικής ζωής, ο Τσουκαλάς εξακολουθούσε να αμφισβητεί τις βεβαιότητες και να προειδοποιεί για έναν κόσμο όπου η πολιτική κινδυνεύει να περιοριστεί στη διαχείριση, ενώ η κοινωνία παραμένει αντιμέτωπη με όλο και βαθύτερες ανισότητες.

Ένας διανοούμενος που δεν αποσύρθηκε ποτέ από τον δημόσιο χώρο

Η σχέση του με την Αριστερά πέρασε από διαφορετικές φάσεις. Κινήθηκε στον χώρο του ΚΚΕ Εσωτερικού, βρέθηκε στον ευρύτερο κύκλο του εκσυγχρονισμού και του Κώστα Σημίτη και το 2015 εξελέγη βουλευτής Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν έμεινε όμως ποτέ εγκλωβισμένος σε κομματικές ταυτότητες.

Advertisement

Η πολιτική υπήρξε για εκείνον αντικείμενο σκέψης, κριτικής και συμμετοχής, όχι επαγγελματική σταδιοδρομία. Γι’ αυτό και μπορούσε να ασκεί κριτική στην Αριστερά χωρίς να εγκαταλείπει τις αξίες της κοινωνικής δικαιοσύνης και ταυτόχρονα να αντιπαρατίθεται με σφοδρότητα στον νεοφιλελευθερισμό.

Αυτή ίσως είναι και μία από τις σημαντικότερες παρακαταθήκες του.

«Όλοι μας» ή «κανείς»

Στην τελευταία περίοδο της ζωής του, ο Τσουκαλάς επέστρεφε διαρκώς στο ίδιο θεμελιώδες ερώτημα: ποια κοινωνία θέλουμε να οικοδομήσουμε;

Σε έναν κόσμο όπου η οικονομική ανάπτυξη συχνά παρουσιάζεται ως αυτοσκοπός, εκείνος επέμενε να θέτει το δυσκολότερο ερώτημα: ανάπτυξη για ποιον και προς ποια κατεύθυνση;

Advertisement

Σε μια εποχή όπου η ατομικότητα παρουσιάζεται συχνά ως υπέρτατη αξία, εκείνος υπενθύμιζε τη σημασία του «όλοι μας».

Και σε μια περίοδο κατά την οποία η πολιτική συχνά εμφανίζεται ως τεχνοκρατική διαχείριση του αναπόφευκτου, εκείνος επέμενε ότι η Ιστορία δεν έχει τελειώσει και καμία κοινωνική πραγματικότητα δεν είναι αμετακίνητη.

Η φράση που χρησιμοποίησε στην τελευταία του σημαντική ομιλία συμπυκνώνει ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο αυτή τη στάση: η «πανούργα Ιστορία» αποδεικνύεται πάντοτε πιο απρόβλεπτη από τους ερμηνευτές της.

Η παρακαταθήκη

Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς δεν αφήνει πίσω του μόνο βιβλία, πανεπιστημιακές διακρίσεις και μια εντυπωσιακή διαδρομή στον δημόσιο βίο.

Advertisement

Αφήνει μια μέθοδο σκέψης.

Να αμφισβητούμε τις βεβαιότητες. Να μην αντιμετωπίζουμε την κοινωνική ανισότητα ως φυσικό φαινόμενο. Να εξετάζουμε την εξουσία πίσω από τους θεσμούς και τους μηχανισμούς πίσω από τα αποτελέσματα. Να μην εγκαταλείπουμε την ιδέα ότι οι κοινωνίες μπορούν να αλλάξουν, χωρίς ταυτόχρονα να υποτιμούμε την πολυπλοκότητα των δυνάμεων που αντιστέκονται στην αλλαγή.

Και κυρίως, να μην παραιτούμαστε από την προσπάθεια να κατανοήσουμε τον κόσμο προκειμένου να τον αλλάξουμε.

Ο Τσουκαλάς έφυγε σε μια εποχή που πολλές από τις βεβαιότητες της μεταπολεμικής Αριστεράς έχουν καταρρεύσει, ενώ οι βεβαιότητες του νεοφιλελευθερισμού εξακολουθούν να παρουσιάζονται ως μονόδρομος. Ίσως γι’ αυτό η απουσία του να γίνεται ακόμη πιο αισθητή.

Advertisement

Γιατί ο μεγάλος στοχαστής δεν είναι εκείνος που προσφέρει εύκολες απαντήσεις. Είναι εκείνος που, ακόμη και στο τέλος, ξέρει να θέτει τα δύσκολα ερωτήματα.

Και ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς δεν σταμάτησε ποτέ να τα θέτει.

Advertisement