Connect with us

ΔΙΕΘΝΗ

Άντι Μπέρναμ: «Κανείς στον δρόμο μέχρι τα Χριστούγεννα» – Όταν η στέγη γίνεται πολιτική δέσμευση και όχι προεκλογικό σύνθημα

Published

on

Η πολιτική στεγαστικής προστασίας που προωθεί ο νέος πρωθυπουργός της Βρετανίας Άντι Μπέρναμ θέτει έναν σαφή στόχο: κανένας άνθρωπος να μη χρειάζεται να κοιμάται στον δρόμο μέχρι τα Χριστούγεννα. Σε μια Ευρώπη όπου η στεγαστική κρίση εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές προκλήσεις της εποχής, η επιλογή της νέας βρετανικής κυβέρνησης να αντιμετωπίσει την αστεγία ως ζήτημα άμεσης πολιτικής ευθύνης έχει ευρύτερη σημασία.

Ο Μπέρναμ ανακοίνωσε έκτακτη χρηματοδότηση 102 εκατ. λιρών, περίπου 120 εκατ. ευρώ, η οποία προστίθεται στα 340 εκατ. λίρες που έχουν ήδη ανακοινωθεί για την αντιμετώπιση της αστεγίας. Το πρόγραμμα προβλέπει τη στήριξη περίπου 3.000 ανθρώπων μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια και τη δημιουργία 1.200 κατοικιών μέσα στην επόμενη τριετία, με στόχο η προσωρινή βοήθεια να οδηγήσει σε μόνιμη στέγη.

Η σημαντικότερη, όμως, διάσταση δεν βρίσκεται μόνο στο ύψος της χρηματοδότησης.

Βρίσκεται στη φιλοσοφία της πολιτικής.

Advertisement

Οι τοπικές αρχές θα έχουν τη δυνατότητα να αποφασίζουν πώς θα αξιοποιήσουν τους πόρους, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε κοινότητας. Παράλληλα, το σχέδιο συνδέει τη στέγαση με υπηρεσίες ψυχικής υγείας, υποστήριξη για εξαρτήσεις και κοινωνική επανένταξη.

Αυτό σημαίνει ότι η αστεγία δεν αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα «ορατότητας» στους δρόμους των πόλεων. Αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό πρόβλημα που χρειάζεται κατοικία, εισόδημα, υγειονομική φροντίδα και σταθερό πλαίσιο υποστήριξης.

Και εδώ βρίσκεται η πολιτική διαφορά.

Ο Μπέρναμ επαναφέρει στην πρώτη γραμμή μια αντίληψη που είχε δοκιμάσει ήδη ως δήμαρχος του Μείζονος Μάντσεστερ. Κατά την πανδημία, το πρόγραμμα «Everyone In» απέδειξε ότι όταν υπάρχει πολιτική απόφαση και κινητοποιούνται δημόσιοι πόροι, άνθρωποι που μέχρι τότε κοιμούνταν στον δρόμο μπορούν να μεταφερθούν σε ασφαλείς χώρους. Περίπου 37.000 άνθρωποι είχαν στεγαστεί τότε σε ξενοδοχεία και έκτακτες δομές.

Advertisement

Το ερώτημα που θέτει σήμερα ο Μπέρναμ είναι εάν αυτή η λογική μπορεί να γίνει μόνιμη πολιτική.

Η απάντησή του είναι ότι μπορεί.

Η στέγη ως δικαίωμα και όχι ως προνόμιο

Η πολιτική αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή η στεγαστική κρίση δεν αφορά πλέον μια μικρή κοινωνική ομάδα.

Στην Αγγλία, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το ρεπορτάζ, 4.793 άνθρωποι καταγράφηκαν το 2025 να κοιμούνται στον δρόμο, αριθμός ρεκόρ. Παράλληλα, περίπου 382.000 άνθρωποι δεν διέθεταν μόνιμη κατοικία, ενώ σχεδόν 178.000 παιδιά ζούσαν σε προσωρινά καταλύματα.

Advertisement

Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, η πολιτική επιλογή είναι σαφής: είτε η κοινωνία αποδέχεται την αστεγία ως αναπόφευκτη συνέπεια της αγοράς είτε αναγνωρίζει ότι η κατοικία αποτελεί βασική προϋπόθεση κοινωνικής συμμετοχής.

Ο Μπέρναμ επιλέγει το δεύτερο.

Δεν υποστηρίζει ότι το κράτος μπορεί να εξαλείψει από μόνο του όλες τις αιτίες της στεγαστικής κρίσης. Επιχειρεί όμως να θέσει έναν συγκεκριμένο πολιτικό στόχο και να κινητοποιήσει πόρους για να τον πετύχει.

Αυτό είναι το ενδιαφέρον της συγκεκριμένης πολιτικής.

Advertisement

Η Βρετανία ως αντίστιξη στην ευρωπαϊκή στεγαστική κρίση

Η βρετανική εμπειρία δεν είναι αποκομμένη από όσα συμβαίνουν στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Η αύξηση των ενοικίων, η περιορισμένη προσφορά προσιτής κατοικίας, η πίεση στα εισοδήματα και η μετατροπή της κατοικίας σε επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο έχουν δημιουργήσει ένα νέο κοινωνικό χάσμα.

Για τους νεότερους εργαζόμενους, η πρόσβαση σε κατοικία γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Για τις οικογένειες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, η στέγαση απορροφά μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος. Για όσους βρίσκονται ήδη σε συνθήκες φτώχειας, η απώλεια της κατοικίας μπορεί να οδηγήσει πολύ γρήγορα στον αποκλεισμό.

Επομένως, η στεγαστική πολιτική δεν είναι απλώς κοινωνική πολιτική.

Advertisement

Είναι πολιτική για την εργασία, την οικογένεια, τη δημόσια υγεία, τη δημογραφία και την οικονομία.

Ένας εργαζόμενος που δεν μπορεί να βρει προσιτή κατοικία κοντά στον τόπο εργασίας του δεν αντιμετωπίζει μόνο στεγαστικό πρόβλημα. Αντιμετωπίζει πρόβλημα πρόσβασης στην ίδια την πόλη.

Και η Ελλάδα;

Η συζήτηση είναι εξαιρετικά επίκαιρη και για την Ελλάδα.

Η στεγαστική κρίση έχει πλέον εξελιχθεί σε έναν από τους βασικούς παράγοντες που πιέζουν τα νοικοκυριά. Η αύξηση των ενοικίων, η περιορισμένη προσφορά προσιτών κατοικιών και η δυσκολία των νέων να αποκτήσουν ή να μισθώσουν κατοικία διαμορφώνουν μια πραγματικότητα στην οποία η εργασία δεν εξασφαλίζει πλέον αυτονόητα αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης.

Advertisement

Και εδώ η κυβερνητική πολιτική αξίζει πολύ πιο αυστηρή αξιολόγηση.

Δεν αρκεί να ανακοινώνονται προγράμματα ή επιδοτήσεις, όταν η ίδια η αγορά κατοικίας εξακολουθεί να λειτουργεί με όρους που αφήνουν σημαντικό μέρος της κοινωνίας εκτεθειμένο. Δεν αρκεί η κυβέρνηση να αντιμετωπίζει τη στεγαστική κρίση ως ακόμη ένα πεδίο επικοινωνιακών εξαγγελιών.

Χρειάζεται δημόσια πολιτική με διάρκεια.

Χρειάζεται αξιοποίηση της δημόσιας και δημοτικής περιουσίας για κοινωνική κατοικία.

Advertisement

Χρειάζεται αύξηση του αποθέματος προσιτών κατοικιών.

Χρειάζεται ισχυρότερος ρόλος της αυτοδιοίκησης.

Χρειάζεται πολιτική που να συνδέει τη στέγαση με την εργασία, την κοινωνική προστασία και την αντιμετώπιση της φτώχειας.

Κυρίως, χρειάζεται να τεθεί ένα ερώτημα που συχνά απουσιάζει από την ελληνική πολιτική συζήτηση: πόσο μπορεί να θεωρείται κοινωνικά επιτυχημένη μια οικονομία όταν ένας εργαζόμενος έχει δουλειά αλλά δεν μπορεί να εξασφαλίσει αξιοπρεπή κατοικία;

Advertisement

Η πολιτική αξία μιας συγκεκριμένης προθεσμίας

Ο στόχος «κανείς στον δρόμο μέχρι τα Χριστούγεννα» έχει και μια ακόμη πολιτική ιδιαιτερότητα.

Είναι μετρήσιμος.

Δεν είναι μια γενική υπόσχεση για «βελτίωση της κοινωνικής πολιτικής». Είναι ένας στόχος που μπορεί να αξιολογηθεί. Η κυβέρνηση του Μπέρναμ θα πρέπει να απαντήσει πόσοι άνθρωποι στεγάστηκαν, πόσοι παραμένουν στον δρόμο, πόσες κατοικίες δημιουργήθηκαν και πόσοι από τους ανθρώπους που εντάχθηκαν στο πρόγραμμα απέκτησαν πραγματικά σταθερές συνθήκες ζωής.

Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να κρίνεται μια προοδευτική κυβέρνηση.

Advertisement

Όχι από τη δύναμη των διακηρύξεων αλλά από το αποτέλεσμα.

Ο ίδιος ο Μπέρναμ έχει περιγράψει την εικόνα ανθρώπων που κοιμούνται στον δρόμο ως κάτι που έχει αρχίσει να μοιάζει «με κομμάτι του τοπίου». Η φράση είναι πολιτικά σημαντική, γιατί αναδεικνύει τον μεγαλύτερο κίνδυνο: όχι μόνο την αστεγία, αλλά την κοινωνική εξοικείωση με αυτήν.

Μια κοινωνία αρχίζει να χάνει την ευαισθησία της όταν ο άνθρωπος που κοιμάται στο πεζοδρόμιο μετατρέπεται σε στοιχείο του αστικού τοπίου.

Η πολιτική του Μπέρναμ επιχειρεί να αμφισβητήσει ακριβώς αυτή την κανονικοποίηση.

Advertisement

Και αυτό είναι που την κάνει ενδιαφέρουσα για τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο.

Η κοινωνική πολιτική δεν χρειάζεται να περιορίζεται στη διαχείριση της φτώχειας. Μπορεί να θέτει συγκεκριμένους στόχους για τη μείωσή της.

Η στέγη μπορεί να αντιμετωπίζεται ως κοινωνική υποδομή.

Η αυτοδιοίκηση μπορεί να αποκτά πραγματικά εργαλεία.

Advertisement

Και η δημόσια εξουσία μπορεί να αξιοποιεί τους πόρους της για να αποτρέπει τον κοινωνικό αποκλεισμό πριν αυτός γίνει μη αναστρέψιμος.

Ο Άντι Μπέρναμ επιχειρεί να κάνει ακριβώς αυτό στην Αγγλία.

Η επιτυχία του σχεδίου θα κριθεί από την εφαρμογή του. Αλλά η πολιτική κατεύθυνση είναι σαφής: μια προοδευτική κυβέρνηση δεν μπορεί να θεωρεί φυσιολογικό το γεγονός ότι άνθρωποι κοιμούνται στον δρόμο σε μια από τις πλουσιότερες κοινωνίες του κόσμου.

Και αυτό είναι ένα πολιτικό μήνυμα που αξίζει να συζητηθεί πολύ πέρα από τη Βρετανία.

Advertisement
Advertisement