ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής για εξαγγελίες περί ΕΝΦΙΑ: “Καμία παρέμβαση για δεκάδες φόρους που αυξάνονται με τις νέες αντικειμενικές αξίες”

Το Κίνημα Αλλαγής είχε έγκαιρα επισημάνει την ανάγκη αναπροσαρμογής των φορολογικών συντελεστών ώστε να μην επιβαρυνθούν περαιτέρω οι πολίτες από τους φόρους που συνδέονται με τα ακίνητα.

Τονίσαμε την ανάγκη αναπροσαρμογής των ορίων, ώστε τα ευάλωτα νοικοκυριά να μην εξαιρεθούν από κοινωνικές παροχές όπως το Κοινωνικό Επίδομα Αλληλεγγύης, το επίδομα στέγασης, το επίδομα θέρμανσης, καθώς και από τις όποιες εναπομείνασες μέριμνες προστασίας ευάλωτων νοικοκυριών στο νέο πτωχευτικό κώδικα.

Έναντι αυτών, ο Πρωθυπουργός εξήγγειλε τη μείωση του ΕΝΦΙΑ υποσχόμενος ελάφρυνση για 8 στους 10 Έλληνες και ένα πιο δίκαιο σύστημα φορολόγησης.

Ο διάβολος, όμως, κρύβεται στις λεπτομέρειες. Η κατάργηση του συμπληρωματικού φόρου ΕΝΦΙΑ ύψους 368 εκ. ευρώ το 2021 μαζί με τη μείωση των αντικειμενικών αξιών σε ορισμένες προνομιούχες περιοχές μπορεί να αποδειχθεί ένα ακόμα δώρο πολυτελείας.
Και όλα αυτά, μετά τον προκλητικό μηδενισμό του φόρου στις γονικές παροχές ακινήτων αξίας πολλών εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, μέτρο που ευνοεί αρκετούς προνομιούχους, καθιστώντας έτσι αντιστρόφως προοδευτικό το σύστημα φορολόγησης ακινήτων.

Επιπλέον, η κυβέρνηση δεν λέει κουβέντα για τους πάνω από 15 φόρους (φόρος διανομής, φόρος ανταλλαγής, πολεοδομικά πρόστιμα κ.α.) που συνδέονται με την ακίνητη περιουσία, επηρεάζονται από την αύξηση των αντικειμενικών αξιών στο 60% των ζωνών και θα υπολογιστούν με τις νέες, αυξημένες αντικειμενικές αξίες.

Η κυβέρνηση, βεβαίως επιχαίρει ότι βρίσκει δημοσιονομικό χώρο για φοροελαφρύνσεις που η ίδια θεωρεί ως κοινωνικά δίκαιες.
Κωφεύει, όμως, προκλητικά όταν της ζητάμε να στηρίξει νοικοκυριά και επιχειρήσεις από τον αχαλίνωτο πληθωρισμό και τη συνεχιζόμενη ακρίβεια και να εφαρμόσει μέτρα ελάφρυνσης από τους δυσανάλογους φόρους κατανάλωσης σε είδη πρώτης ανάγκης και στην ενέργεια.

Κατανοούμε την ανάγκη της κυβέρνησης να αλλάξει άμεσα την ατζέντα που έχει προκαλέσει η παταγώδης αποτυχία της στη διαχείριση της κακοκαιρίας, της πανδημίας και της ακρίβειας.

Όσο, όμως, συνεχίζει την ίδια πολιτική, ο κατήφορος είναι μονόδορομος.

 

Η Δήλωση του Πρωθυπουργού νωρίτερα: 

«Η κυβέρνηση προχωράει, σήμερα, σε μία νέα γενναία μόνιμη μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 13%. Υπερκαλύπτει, έτσι, τη δέσμευσή της για συνολική ελάφρυνση κατά 30% της φορολόγησης της ακίνητης περιουσίας. Μια απόφαση δίκαιη για την κοινωνία και επωφελής για την οικονομία. Που σημαίνει ότι οι Έλληνες θα κληθούν να πληρώνουν, πλέον, κάθε χρόνο, 860.000.000 ευρώ λιγότερα σε σχέση με το 2018. Και 350.000.000 λιγότερα, μόνο μέσα στο 2022.

Νιώθω την πολιορκία που δέχεται το μέσο εισόδημα από τη διεθνή ενεργειακή κρίση και τις ανατιμήσεις που προκαλεί όπως παντού στην Ευρώπη. Γι’ αυτό και η Πολιτεία συνεχίζει να καλύπτει μέρος των αυξήσεων στους λογαριασμούς του ρεύματος. Επιμένει, όμως και στη σταθερή αποκλιμάκωση των φόρων και των εισφορών για να τονώσει το διαθέσιμο εισόδημα όλων των νοικοκυριών. Και, την 1η Μαΐου θέτει σε εφαρμογή και δεύτερη σημαντική αύξηση του κατώτατου μισθού.

Με το νέο πλαίσιο, 8 στους 10 συμπολίτες μας θα πληρώνουν ακόμα μικρότερο ΕΝΦΙΑ. Αρκετοί θα καταβάλουν το ίδιο ποσό. Ενώ, μία μικρή μειοψηφία, περίπου 6%, θα δει μια λελογισμένη επιβάρυνση. Είναι μία στοιχειώδης ανταπόδοση προς όλη την κοινωνία, καθώς η πραγματική αξία της περιουσίας σε ορισμένες περιοχές, έχει διπλασιαστεί ή και τριπλασιαστεί.

Το πλήρες σχέδιό μας για την ακίνητη περιουσία θα παρουσιάσει σε λίγο ο Υπουργός Οικονομικών. Πυρήνας του, πάντως, είναι η αισθητή υποχώρηση του βασικού φόρου σε κτίσματα, ενώ στα οικόπεδα η μείωση φτάνει το 50%. Έτσι, το μεγαλύτερο όφελος προκύπτει για ιδιοκτησίες σε ζώνες μέσης και χαμηλότερης αξίας. Πρόκειται δηλαδή, για μία σαφή επιλογή υπέρ της μεσαίας τάξης και των πιο αδύναμων.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι ελάφρυνση 30% θα έχουν, στο εξής, τα ακίνητα αξίας μέχρι 100.000 ευρώ αντί των 60.000 ευρώ, που ίσχυε έως τώρα. Η κλιμάκωση του φόρου γίνεται δικαιότερη. Και σ’ αυτόν έχει ενσωματωθεί και ο συμπληρωματικός ΕΝΦΙΑ που παύει να υφίσταται. Ενώ, όπως είπα, η συνολική μείωση των επιβαρύνσεων για τους πολίτες ανέρχεται στα 350.000.000 ετησίως αντί των 70.000.000 που προέβλεπε ο προϋπολογισμός.

Η νέα πρωτοβουλία εδράζεται στη συνεπή οικονομική πολιτική που ακολουθούμε και επιτρέπει ανάλογα πρόσθετα μέτρα ανακούφισης. Επιδρά συνδυαστικά με άλλες μόνιμες ρυθμίσεις, όπως οι μικρότεροι φορολογικοί συντελεστές, η αναστολή της Εισφοράς Αλληλεγγύης στον ιδιωτικό τομέα και ο μηδενισμός του φόρου στις γονικές παροχές. Αλλά και αθροιστικά, με έκτακτες παρεμβάσεις όπως το διπλό Εγγυημένο Εισόδημα του Δεκεμβρίου και τα αυξημένα επιδόματα στους χαμηλοσυνταξιούχους.

Είναι, ωστόσο, μία κίνηση ρεαλιστική, που δεν υπερβαίνει τα δημοσιονομικά όρια. Γιατί κάθε βήμα προς τα εμπρός πρέπει να γίνεται με τρόπο που δεν θα οδηγεί σε δύο βήματα προς τα πίσω. Έτσι η πατρίδα μας έμεινε όρθια και αναπτύχθηκε μέσα στη διετή κρίση. Έτσι θα αντιμετωπίσει, τώρα, και τις πρόσκαιρες παγκόσμιες αναταράξεις. Όρθια η χώρα, αλλά και όρθιοι οι πολίτες. Με τη δική μας στήριξη και τις δικές τους δυνάμεις.»

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ