“Πολιτικό ήθος αγνοείται…” -Toυ Νίκου Μουτσίδη

Εμπειρικά έχουμε διαπιστώσει πως η κοινωνική συνοχή είναι κάτι που συχνά δοκιμάζεται. Μια άρτια λειτουργία της, ωστόσο, αποτελεί βασικό δημοκρατικό αγαθό. Ο ορισμός της ως αγαθό δικαιολογείται από την άνθιση που αυτή δύναται να επιφέρει. Τι συμβαίνει, όμως, όταν αυτή πάυει να υφίσταται; Τι συμβαίνει όταν οι ίδιοι οι πολίτες συνηθίζουν σε μια κατάσταση σαν αυτή;

Για ακόμη μία φορά, δυστυχώς, η ελληνική κοινωνία είναι σε θέση να δώσει απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Συγκεντρώσεις και άντι-συγκεντώσεις, βία με και χωρίς χρώμα και θεσμικά τι; Επιδερμικότητα. Ανούσιες πολιτικές αντιπαραθέσεις με μορφή πινγκ-πονγκ. Ανταλλαγή χεριών στην ‘’καυτή πατάτα’’ της επικαιρότητας, υποκρισία και ξύλινη γλώσσα. 

Λύσεις έρχονται, αν και μόνο αν, καταφέρουμε θεσμικά να ‘’εξοντώσουμε’’ τα δικά τους ιδεολογικά ‘’τέρατα’’ που θρέφουν κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση.

Το κύμα που σήκωσε η ανικανότητα των κυβερνόντων να διαχειριστούν την πανδημία σε συνδυασμό με την εμμονή στην καταστολή όχι απλά δεν γεφυρώνει το κοινωνικό χάσμα που δημιουργείται αλλά το διευρύνει δημιουργώντας στρατόπεδα και διχάζοντας. Αυτοί, δε, που στέκονται στη νεκρή ζώνη μεταξύ τους χρεώνονται ως ‘’ισαποστάκηδες’’ από τη μία και ως ‘’συνεργοί στη βία’’ από την άλλη. Ο τελευταίος χαρακτηρισμός είναι ανάλογος της κυβερνητικής γραμμής. Γραμμής οριζόντιας που διαβάζει τις εικόνες σε μαύρο κι άσπρο. 

Αλλά πώς ακριβώς πρέπει να αντιδράσει αυτός που επιλέγει να βρεθεί στο μεταίχμιο; Πώς μετράται η ηθική και το πρέπον; Ας δεχτούμε ως σημείο αναφοράς τα γεγονότα της Νέας Σμύρνης. Να συλλογιστούμε με βάση την ποσότητα αίματος; Βάρβαρο και επιφανειακό. Να συλλογιστούμε με βάση τη θεσμικότητα; Μονόπλευρο και ανούσιο. Η κριτική θα έπρεπε να βασίζεται στην πρόοδο όπως αυτή ορίζεται αντικειμενικά εάν θέλουμε να δούμε τον τόπο να πηγαίνει πραγματικά μπροστά.

Κι όμως, υπάρχουν πράγματα χειρότερα από τις ακρότητες που αντικρίσαμε. 

Πρώτον, η απόπειρα δικαιολόγησης της αστυνομικής βίας λόγω των φρονημάτων του υφιστάμενού της. Μάλιστα, ακόμη πιο κατακριτέο είναι το γεγονός ότι βουλευτής δημοσιοποίησε προσωπικά δεδομένα πολίτη. Η δημοσιοποίηση αυτή, επιπροσθέτως, έγινε από την τηλεόραση. Κι αυτό είναι σημαντικό καθώς η τηλεόραση συνιστά την πλατφόρμα με την πιο ευρεία απήχηση στην ελληνική κοινή γνώμη. Η συγκεκριμένη παράταξη φαίνεται να οικειοποιείται τέτοιες πρακτικές και αυτό οφείλει να σταματήσει άμεσα. Σχετικά με την κίνηση αυτή ανακύπτουν ερωτήματα. Από πού έλαβε τα συγκεκριμένα στοιχεία ο κύριος Κυρανάκης; Οι πολίτες γιατί δεν αντιμετωπίζονται ισόνομα; Αποτελούν κριτήριο στην αντιμετώπιση του πολίτη από την αστυνομία οι ιδεολογικές αντιλήψεις; Αυτή είναι η νέα νόρμα που θέλει να δημιουργήσει η κυβέρνηση;  

Δεύτερον, οι συγκυρίες στις οποίες ο πρωθυπουργός επέλεξε να προβεί στο τηλεοπτικό του διάγγελμα. Προσπερνώντας το άκρως διχαστικό του περιεχόμενο, γιατί το διάγγελμα αυτό έγινε μετά τον τραυματισμό του αστυνομικού; Γιατί δεν ακολούθησαν κι άλλα διαγγέλματα που καταγγέλουν τα περιστατικά αστυνομικής βίας που ακολούθησαν; Το διαδίκτυο είναι γεμάτο με βίντεο στα οποία αποτυπώνονται τέτοια αίσχη και επιβεβαιώνουν την ύπαρξή τους. Ίσως αυτό να είναι που προβληματίζει την κυβέρνηση. Ίσως από αυτό να αφορμάται ο πρωθυπουργός όταν μιλάει για επικίνδυνα μέσα ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης.

Τα ‘’παιδιά της κρίσης’’ μεγαλώνουν. Μεγαλώνουν και ‘’λούζονται’’ στην δόξα τους.

Επιτέλους αποτελούν υπολογίσιμο παράγοντα στους κυβερνητικούς μηχανισμούς. Γίνεται επιτέλους λόγος για αυτούς από τα κυβερνητικά χείλη. Προς απογοήτευσή μας, όμως, για όλες τις λάθος αιτίες. Η αναγνώριση του κύματος της ριζοσπαστικοποίησης των νέων μεταφράζεται σε βίαιη καταστολή. Η απάντηση έρχεται μέσω τραυματισμένων αστυνομικών. Και μέσα σε όλη αυτή την αναστάτωση αποδίδεται ευθύνη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Λες και αυτά επωάζουν το αυγό του φιδιού. Λες και αυτά έχουν καταστήσει τη σχέση αστυνομίας-πολίτη κατάντημα. Σε αυτή την απόδοση ευθύνης, ωστόσο, απάντηση έχει ήδη δώσει ο Ίνοχ Πάουελ όταν είπε πως οι πολιτικοί που ενοχλούνται από τα μέσα ενημέρωσης μοιάζουν στους ναυτικούς που ενοχλούνται από τη θάλασσα. Για ακόμη μια φορά οι νέοι περιφρονούνται. Για ακόμη μία φορά χαρακτηρίζονται -εμμέσως πλην σαφώς- ως αφελείς αφού υποκύπτουν στις εκάστοτε διαδικτυακές μόδες. Η δεξιά αντίληψη ιεράρχησης και αναγώρισης προβλημάτων δημιουργεί ανησυχίες. 

Και αυτό που έχουμε σαν επισφράγισμα της όλης κατάστασης είναι οι κίβδηλες κοινοβουλευτικές αντιπαραθέσεις με απάντηση σε εκπρόθεσμες ερωτήσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης, καταπατώντας τον κοινοβουλευτικό κανονισμό. Πολιτικό ήθος αγνοείται…

Συμπερασματικά, τα περιστατικά βίας όλο και θα πληθαίνουν όσο δεν λαμβάνουμε δράση. Η κυβερνητική αποτίμηση των γεγονότων απογοητεύει και δημιουργεί γόνιμο έδαφος για έκνομες ενέργειες. Το όραμα κοινωνικής ομόνοιας μένει ιδεατό και τη θέση της έρχονται να καλύψουν δυστοπικές εικόνες ντροπής. Συνισταμένη όλων αυτών είναι η ανάγκη για αλλαγή. Αλλαγή η οποία παραμένει επίκαιρη και καταλληλότερη όσο ποτέ άλλοτε…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ