ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Προς ιδιωτικοποίηση του νερού; Μετά το ρεύμα, ανοίγει ο δρόμος για ένα ακόμη δημόσιο αγαθό;
Το νερό αποτελεί ένα από τα πλέον θεμελιώδη δημόσια αγαθά. Δεν είναι ένα ακόμη εμπορικό προϊόν ούτε μια υπηρεσία που μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά με όρους κερδοφορίας. Γι’ αυτό και κάθε αλλαγή στον τρόπο διαχείρισής του προκαλεί εύλογες κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις.
Οι πληροφορίες ότι η διαχείριση του νερού οδηγείται σταδιακά σε δύο ανώνυμες εταιρείες εισηγμένες στο Χρηματιστήριο αναζωπυρώνουν τη δημόσια συζήτηση για το μέλλον της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ, αλλά κυρίως για το κατά πόσο το κράτος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το νερό ως κοινωνικό αγαθό ή ως οικονομικό περιουσιακό στοιχείο.
Οι επικριτές της κυβερνητικής πολιτικής κάνουν λόγο για μια διαδικασία που θυμίζει έντονα όσα προηγήθηκαν στην αγορά της ηλεκτρικής ενέργειας. Η σταδιακή απελευθέρωση, η μεταφορά κρίσιμων λειτουργιών σε εταιρικά σχήματα και η αυξανόμενη εξάρτηση από τους κανόνες της αγοράς είχαν ως αποτέλεσμα σημαντικές αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν αντίστοιχη πορεία επιφυλάσσεται και για το νερό.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι αλλαγές αποσκοπούν στον εκσυγχρονισμό των υποδομών, στην καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων και στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των εταιρειών ύδρευσης. Από την άλλη πλευρά, κόμματα της αντιπολίτευσης, αυτοδιοικητικοί φορείς και συλλογικότητες πολιτών προειδοποιούν ότι οποιαδήποτε απομάκρυνση από τον δημόσιο χαρακτήρα της διαχείρισης μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κόστος για τους καταναλωτές και σε περιορισμό του κοινωνικού ελέγχου.
Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που το ζήτημα προκαλεί αντιπαραθέσεις. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει επανειλημμένα υπογραμμίσει, μέσα από αποφάσεις του, ότι η πρόσβαση στο νερό συνδέεται άμεσα με την προστασία της δημόσιας υγείας και επιβάλλει την ύπαρξη ουσιαστικού κρατικού ελέγχου στη διαχείρισή του.
Το διακύβευμα, επομένως, δεν αφορά μόνο τη διοικητική μορφή των εταιρειών ή το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς. Αφορά κυρίως το κατά πόσο οι αποφάσεις για την τιμολογιακή πολιτική, τις επενδύσεις, τη συντήρηση των δικτύων και την ποιότητα του νερού θα εξακολουθήσουν να λαμβάνονται με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον ή θα επηρεάζονται ολοένα και περισσότερο από οικονομικές αποδόσεις και χρηματιστηριακές επιδιώξεις.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η κλιματική κρίση καθιστά το νερό ολοένα και πιο πολύτιμο φυσικό πόρο, η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Η διαχείριση των υδάτινων αποθεμάτων δεν αποτελεί μόνο ζήτημα οικονομικής πολιτικής, αλλά και θέμα εθνικής στρατηγικής, περιβαλλοντικής προστασίας και κοινωνικής συνοχής.
Η εμπειρία από άλλους τομείς της οικονομίας δείχνει ότι οι μεταρρυθμίσεις που αφορούν βασικά δημόσια αγαθά οφείλουν να συνοδεύονται από απόλυτη διαφάνεια, θεσμικές εγγυήσεις και ουσιαστικό δημόσιο διάλογο. Γιατί όταν πρόκειται για το νερό, το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα το διαχειρίζεται, αλλά κυρίως για ποιον σκοπό θα το διαχειρίζεται.
