ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Υποκλοπές– Ομαδική αγωγή κατά της Intellexa και 13 προσώπων, αποζημιώσεις άνω των 7 εκατ. ευρώ
Το σκάνδαλο των υποκλοπών επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο, αυτή τη φορά με νέα δικαστική διάσταση που αναμένεται να προκαλέσει σοβαρές πολιτικές και νομικές εξελίξεις. Η πρώτη ομαδική αγωγή θυμάτων του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator κατατέθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εγκαινιάζοντας έναν νέο κύκλο διεκδικήσεων για την υπόθεση που έχει σημαδέψει τη δημόσια ζωή και έχει προκαλέσει αλλεπάλληλα ερωτήματα για τη λειτουργία του κράτους δικαίου στην Ελλάδα.
Συνολικά οκτώ θύματα των παρακολουθήσεων στρέφονται κατά της Intellexa και δεκατριών φυσικών προσώπων, τα οποία, σύμφωνα με το περιεχόμενο της αγωγής, φέρονται να συμμετείχαν στη συγκρότηση, διοίκηση και λειτουργία του δικτύου που συνδέθηκε με την ανάπτυξη και χρήση του Predator. Οι ενάγοντες διεκδικούν αποζημίωση ενός εκατομμυρίου ευρώ ο καθένας για την ηθική βλάβη που υποστηρίζουν ότι υπέστησαν από την παράνομη παραβίαση της ιδιωτικής τους ζωής, του απορρήτου των επικοινωνιών και των προσωπικών τους δεδομένων, με το συνολικό ύψος των απαιτήσεων να υπερβαίνει τα επτά εκατομμύρια ευρώ.
Η συζήτηση της πρώτης ομαδικής αγωγής έχει οριστεί για τις 7 Απριλίου 2027, ενώ, σύμφωνα με τη νομική πλευρά των θυμάτων, θα ακολουθήσουν και νέες προσφυγές από επιπλέον πρόσωπα που φέρονται να αποτέλεσαν στόχους του λογισμικού.
Ανάμεσα στους ενάγοντες βρίσκονται ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης, η ειδικός σε θέματα κυβερνοασφάλειας Άρτεμις Σίφορντ, η πρώην διευθύντρια της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της ΕΛ.ΑΣ. Πηνελόπη Μηνιάτη, η Αντωνία Πρίμπα, πρώην συνεργάτιδα του ευρωβουλευτή Στέλιου Κυμπουρόπουλου και πρώην ειδική σύμβουλος του υπουργείου Υποδομών, οι υπάλληλοι της ΕΥΠ Αγγελική Ρούσου και Ζωή Μαρία Σάκκαλη, ο δικηγόρος Ιωάννης Φυτιλής, καθώς και ο δημοσιογράφος Σπύρος Σιδέρης, του οποίου η παρακολούθηση μέσω Predator γνωστοποιείται για πρώτη φορά μέσα από το δικόγραφο.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν οι ισχυρισμοί της Πηνελόπης Μηνιάτη, η οποία υποστηρίζει ότι η παγίδευση του κινητού της τηλεφώνου λειτούργησε ως «Δούρειος Ίππος», παρέχοντας στους δράστες πρόσβαση όχι μόνο στις προσωπικές της επικοινωνίες αλλά και σε εξαιρετικά ευαίσθητες πληροφορίες που σχετίζονταν με την άσκηση των υπηρεσιακών της καθηκόντων. Σύμφωνα με την αγωγή, κατά το επίμαχο διάστημα χειριζόταν υποθέσεις κατασκοπείας, διεθνούς τρομοκρατίας, εγκληματολογικών ερευνών και ζητήματα που άπτονταν της εθνικής ασφάλειας, γεγονός που, κατά τους ενάγοντες, αναδεικνύει τη σοβαρότητα της υπόθεσης.
Αντίστοιχα, στην αγωγή του δημοσιογράφου Σπύρου Σιδέρη επισημαίνεται ότι οι επικοινωνίες του αφορούσαν υψηλού επιπέδου επαφές με αρχηγούς κρατών, πρωθυπουργούς, υπουργούς Εξωτερικών και κορυφαίους διπλωματικούς παράγοντες στην Ελλάδα, τα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο, στοιχείο που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη σημασία στην υπόθεση.
Οι αγωγές δεν περιορίζονται στους τέσσερις επιχειρηματίες που καταδικάστηκαν πρωτοδίκως για την υπόθεση των υποκλοπών, αλλά επεκτείνονται και σε εργαζόμενους της Intellexa, καθώς και σε επιπλέον πρόσωπα που, σύμφωνα με τους ενάγοντες, είχαν ενεργό ρόλο στη λειτουργία του μηχανισμού παρακολουθήσεων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται, σύμφωνα με το δικόγραφο, το πρόσωπο από την προπληρωμένη κάρτα του οποίου εστάλη το μολυσμένο μήνυμα προς τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Νίκο Ανδρουλάκη, καθώς και υπάλληλος καταστήματος κινητής τηλεφωνίας που φέρεται να συνδεόταν με την ΕΥΠ.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των θυμάτων, Ζαχαρίας Κεσσές, υποστηρίζει ότι η υπόθεση «δεν μπορεί να θαφτεί», σημειώνοντας πως οι αστικές αγωγές στηρίζονται όχι μόνο στην πρόσφατη καταδικαστική ποινική απόφαση αλλά και σε εκτεταμένο αποδεικτικό υλικό από ελληνικές και διεθνείς έρευνες. Όπως αναφέρει, κατά την εκδίκαση των υποθέσεων πρόκειται να προσκομιστούν νέα στοιχεία, τα οποία ενδέχεται να οδηγήσουν ακόμη και σε περαιτέρω ποινική διερεύνηση ενδεχόμενων κακουργηματικών πράξεων.
Η εξέλιξη αυτή επαναφέρει στο επίκεντρο ένα από τα σοβαρότερα θεσμικά σκάνδαλα της μεταπολιτευτικής περιόδου. Τέσσερα χρόνια μετά τις πρώτες αποκαλύψεις για το Predator, η δικαστική διερεύνηση συνεχίζεται σε πολλαπλά επίπεδα, ενώ οι νέες αγωγές αναμένεται να κρατήσουν ζωντανή τη δημόσια συζήτηση για τις ευθύνες όσων εμπλέκονται στην υπόθεση και για τις αντοχές των θεσμών απέναντι σε πρακτικές που έπληξαν το απόρρητο των επικοινωνιών, την προστασία των προσωπικών δεδομένων και την εμπιστοσύνη των πολιτών στη δημοκρατική λειτουργία του κράτους.
