Connect with us

ΔΙΕΘΝΗ

Οι συνεχόμενες ήττες στα εθνικά θέματα της κυβέρνησης Μητσοτάκη – Τι γίνεται με το Τουρκο-Λιβυκό σύμφωνο;

Published

on

Του Γαβρή Άγγελου

Η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας υπό την κυβέρνηση Μητσοτάκη βρίσκεται σε τροχιά διαρκούς αμηχανίας και παθητικότητας, την ώρα που οι γεωπολιτικές εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο απαιτούν αποφασιστικότητα, στρατηγική και πυγμή. Το Τουρκο-Λιβυκό μνημόνιο, η υπόθεση της Κάσου και η επιθετική επαναφορά της Τουρκίας στο προσκήνιο αποκαλύπτουν μια ελληνική ηγεσία που αδυνατεί να διαμορφώσει πολιτική εθνικής κυριαρχίας, επιλέγοντας αντ’ αυτού το ρόλο του παρατηρητή σε μια ζώνη γεωστρατηγικής έντασης.

Το Τουρκο-Λιβυκό μνημόνιο επιστρέφει δυναμικά

Η υπογραφή νέου μνημονίου συνεργασίας ανάμεσα στην Εθνική Εταιρεία Πετρελαίου της Λιβύης και την τουρκική TPAO για γεωλογικές και γεωφυσικές έρευνες νοτίως της Κρήτης, αποτελεί ξεκάθαρη απόπειρα αναβίωσης του παράνομου τουρκολιβυκού συμφώνου του 2019. Το νέο αυτό επεισόδιο δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Εδώ και μήνες, Τρίπολη και Βεγγάζη παίζουν το παιχνίδι της Άγκυρας, εκτοξεύοντας μάλιστα και κατηγορίες προς την Αθήνα για δήθεν παραβίαση των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων.

Η απουσία άμεσης και δυναμικής απάντησης από πλευράς Ελλάδας δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Περιορίζεται η ελληνική διπλωματία μόνο σε ευχολόγια και προσδοκίες «κατανόησης» από την Ε.Ε.; Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να επαναλάβει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τα συμπεράσματα του 2019 – ότι το μνημόνιο είναι άκυρο και χωρίς έννομα αποτελέσματα. Όμως, η ίδια η πραγματικότητα τον διαψεύδει: η Τουρκία ήδη το εφαρμόζει στην πράξη, με την έμμεση ή άμεση ανοχή της λιβυκής ηγεσίας.

Advertisement

Η ελληνική διπλωματία χωρίς στρατηγική

Παρά τις υποτιθέμενες «πρωτοβουλίες» της κυβέρνησης, η κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο επιδεινώνεται. Η επίσκεψη του Υπουργού Εξωτερικών στη Λιβύη παραμένει στον αέρα. Οι εταίροι της Ελλάδας στην Ευρώπη τηρούν στάση αναμονής, καθώς η Αθήνα δεν έχει κατορθώσει να διαμορφώσει ούτε συμμαχίες ουσίας, ούτε να αξιοποιήσει την επιρροή της εντός Ε.Ε. προς την κατεύθυνση απομόνωσης της Τουρκίας και των λιβυκών παραρτημάτων της.

Ταυτόχρονα, η Τουρκία εδραιώνει το αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας», ενώ παίζει σε πολλά ταμπλό – από τις συνομιλίες με τις ΗΠΑ για τα F-35, μέχρι τις κινήσεις σε Συρία, Γάζα και Ουκρανία. Ο Ερντογάν συναντά τον Τραμπ και παρουσιάζεται ως «παίκτης» περιφερειακής σταθερότητας, ενώ η Ελλάδα εγκλωβίζεται σε έναν ρόλο ήσυχου παρατηρητή, με υποχωρητικό λόγο και ελλιπή διπλωματική πρωτοβουλία.

Το περιστατικό της Κάσου: υποχώρηση ή αποτυχία;

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά φιάσκα της κυβέρνησης αποτέλεσε η υπόθεση της Κάσου. Το ιταλικό πλοίο «Ievoli Relume», συνοδεία τουρκικού ναυτικού, επιχείρησε υποθαλάσσιες εργασίες στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, κοντά στο νησί. Η ελληνική κυβέρνηση απέφυγε κάθε μορφή ουσιαστικής αντίδρασης, προκαλώντας κύμα αντιδράσεων από στρατιωτικούς και αναλυτές. Η Τουρκία δεν έχασε την ευκαιρία: εξέδωσε NAVTEX και «ευχαρίστησε» δημόσια την ελληνική κυβέρνηση για την ουσιαστική ανοχή της.

Αυτή η στάση ερμηνεύεται από πολλούς ως de facto αποδοχή της τουρκικής θεωρίας περί «γκρίζων ζωνών» και νομιμοποίηση ενός παράνομου καθεστώτος κυριαρχίας. Η απουσία ανοιχτής διπλωματικής επίθεσης της Αθήνας, τόσο σε Ε.Ε. όσο και σε ΟΗΕ, δείχνει το μέγεθος της πολιτικής ατολμίας του Μαξίμου.

Advertisement

Η διεθνής απομόνωση είναι προ των πυλών

Οι συνεχιζόμενες αποτυχίες στα εθνικά ζητήματα δεν μπορούν να αποδοθούν στη συγκυρία. Είναι αποτέλεσμα μιας κυβερνητικής αντίληψης που αντιλαμβάνεται την εξωτερική πολιτική ως πεδίο «επικοινωνιακής διαχείρισης» και όχι ουσιαστικής στρατηγικής υπεράσπισης κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η στάση της Τουρκίας ή της Λιβύης, αλλά η έλλειψη εθνικής στρατηγικής στην ελληνική πλευρά. Οι κινήσεις της Άγκυρας είναι συνεπείς και επιθετικές. Η ελληνική αντίδραση είναι αποσπασματική, αμυντική και αναποτελεσματική.

Το ερώτημα που τίθεται πλέον με δραματικό τρόπο είναι: ποιος θα αναλάβει την ευθύνη αυτών των ηττών; Πόσες ακόμα “ήπιες απαντήσεις” θα δοθούν, μέχρι να τεθούν σε αμφισβήτηση τα ίδια τα όρια της ελληνικής κυριαρχίας;

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη φαίνεται να έχει χάσει τον έλεγχο στο πεδίο των εθνικών θεμάτων. Και όσο η Άγκυρα κερδίζει έδαφος διπλωματικά και στρατηγικά, η Αθήνα περιορίζεται στην εσωτερική κατανάλωση υποσχέσεων, χωρίς καμία εμπιστοσύνη από τον διεθνή παράγοντα.
Αυτή είναι η μεγαλύτερη απειλή: μια Ελλάδα θεατής σε εξελίξεις που διαμορφώνουν το μέλλον της.

Advertisement