ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ
Η απόπειρα υποβάθμισης των ΟΤΑ από την κυβέρνηση Μητσοτάκη και ο “φόβος” της “αλλαγής” που ξεκινά από εκεί! – Το παράδειγμα της Ρουμανίας
Γράφει ο Γαβρής Άγγελος
Στην Ελλάδα , τον Σεπτεμβριο του 2025, η κυβέρνηση Μητσοτάκη φέρνει στη Βουλή έναν νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης που, σύμφωνα με τον Δήμαρχο Αθηναίων Χάρη Δούκα, παραπέμπει σε μοντέλα διακυβέρνησης «τύπου Φίτζι», υποβαθμίζοντας τους δημάρχους σε «επαίτες» ή «συνεργάσιμους» σε πολιτικά «νταλαβέρια». Αυτή η νομοθετική κίνηση, αντί να ενισχύει την αυτοδιοίκηση ως πυλώνα δημοκρατικής καινοτομίας, φαίνεται να την περιορίζει σε διαχειριστικό ρόλο, ενισχύοντας την καχυποψία ότι η κεντρική εξουσία «φοβάται» την αλλαγή που μπορεί να πυροδοτηθεί από δυναμικούς τοπικούς ηγέτες.
Η πορεία του Νταν, που από ακτιβιστής του αστικού περιβάλλοντος εξελίχθηκε σε εθνικό ηγέτη, και οι περιπτώσεις πολιτικών όπως ο Νταρίο Ναρντέλα ή ο Ματέο Ρέντσι στην Ιταλία, δείχνουν ότι η αυτοδιοίκηση δεν είναι απλώς «λακκούβες και πεζοδρόμια», αλλά πεδίο δοκιμής προοδευτικών πολιτικών.
Στην Ελλάδα, όμως, η απαξίωση της κεντρικής πολιτικής σκηνής συνοδεύεται από μια νοοτροπία που βλέπει τους δημάρχους ως «διαχειριστές προβλημάτων», όχι ως φορείς οράματος. Ο νέος νόμος, αντί να ενθαρρύνει την αυτονομία και τη δημιουργικότητα των ΟΤΑ, κινδυνεύει να τους φιμώσει, περιορίζοντας την ικανότητά τους να αποτελέσουν μοχλό κοινωνικής και πολιτικής ανανέωσης. Ίσως, όπως υπονοεί η περίπτωση του Δούκα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη να «φοβάται» ακριβώς αυτή την αλλαγή που ξεκινά από την καθημερινότητα των πολιτών και φτάνει μέχρι την εθνική σκηνή.
Η αντίθεση ανάμεσα στην ελληνική πραγματικότητα και τα διεθνή παραδείγματα αποκαλύπτει μια χαμένη ευκαιρία. Ενώ ο Νταν και άλλοι αποδεικνύουν ότι η τοπική διοίκηση μπορεί να γεννήσει ηγεσία με κοινωνικό πρόσημο, ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης φαίνεται να επιβάλλει περιορισμούς που αποδυναμώνουν τους ΟΤΑ, αντί να τους ενισχύουν ως εργαστήρια δημοκρατίας. Η κριτική του Δούκα υπογραμμίζει έναν «φόβο» της κεντρικής εξουσίας απέναντι σε μια αυτοδιοίκηση που θα μπορούσε να αμφισβητήσει το κατεστημένο, προωθώντας πολιτικές που βάζουν τον πολίτη στο επίκεντρο. Σε μια εποχή που η Ελλάδα χρειάζεται οραματικούς ηγέτες, η υποβάθμιση της αυτοδιοίκησης μοιάζει όχι μόνο με πολιτικό σφάλμα, αλλά με άρνηση ενός μέλλοντος που ξεκινά από τις πόλεις μας.
Το παράδειγμα του Νταν και η κατάρρευση του αφηγήματος”και Δήμαρχος και Πρόεδρος”
Στις 26 Μαΐου 2025, η Ρουμανία άνοιξε νέο κεφάλαιο. Ο Νικουσόρ Νταν, Δήμαρχος Βουκουρεστίου από το 2020, εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας, επικρατώντας στον δεύτερο γύρο με ποσοστό άνω του 54% έναντι της υποψήφιας του εθνικιστικού AUR. Ένας πολιτικός που ξεκίνησε ως ανεξάρτητος ακτιβιστής για την προστασία του αστικού περιβάλλοντος, εξελίχθηκε σε ηγετική φιλοευρωπαϊκή φυσιογνωμία. Κατάφερε να πείσει τους πολίτες ότι η ηγεσία δεν είναι προνόμιο της «κεντρικής εξουσίας», αλλά αναδύεται από την καρδιά της καθημερινότητας, εκεί όπου η πολιτική αποκτά ουσία και αντίκρισμα.
Η νίκη του Νταν δεν οφείλεται σε επιδέξια επικοινωνία ή ευκαιριακή συγκυρία. Είναι καρπός μιας συνεπούς, μακρόπνοης πορείας στον δήμο της πρωτεύουσας, με έργα που άγγιξαν το αστικό τοπίο, την κυκλοφοριακή αποσυμφόρηση, την κοινωνική πολιτική και την αειφορία – ζητήματα που διαμορφώνουν την καθημερινή ζωή των πολιτών. Η διαδρομή του, από την τοπική διοίκηση στην Προεδρία, αποδεικνύει ότι η αυτοδιοίκηση και η εθνική πολιτική δεν είναι αντίπαλες, αλλά αλληλοτροφοδοτούμενες.
Στην Ελλάδα, ωστόσο, όταν τον Οκτώβριο του 2024 ο Δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας διεκδίκησε την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, η κριτική δεν εστίασε στο πολιτικό του όραμα, αλλά σε ένα ξεπερασμένο θεσμικό στερεότυπο: «Δεν γίνεται και Δήμαρχος και Πρόεδρος». Η φράση αυτή συμπυκνώνει μια παρωχημένη αντίληψη που περιορίζει την αυτοδιοίκηση σε «λακκούβες και πεζοδρόμια», ενώ αντιμετωπίζει την ηγεσία ως αποκλειστικό προνόμιο κατεστημένων πολιτικών κύκλων.
Η πραγματικότητα, όμως, διαψεύδει αυτή την αντίληψη. Ο Νταν αποδεικνύει ότι η δυναμική ενός Δημάρχου μπορεί να μετατραπεί σε εθνικό κεφάλαιο. Δεν είναι ο μόνος. Στην Ιταλία, ο Ματέο Ρέντσι, που από Δήμαρχος εξελίχθηκε σε Πρωθυπουργό, αξιοποίησαν την τοπική διοίκηση ως πεδίο δοκιμής προοδευτικών πολιτικών και μεταρρυθμίσεων. Στη Γαλλία, ο Φρανσουά Μιτεράν, πριν από την Προεδρία του το 1981, υπηρέτησε σε τοπικές θέσεις, αναγνωρίζοντας ότι η πολιτική νομιμοποίηση πηγάζει από την άμεση σύνδεση με την κοινωνία. Στις ώριμες δημοκρατίες, η σύνδεση τοπικής και εθνικής πολιτικής δεν υπήρξε ποτέ εμπόδιο – αντίθετα, ενίσχυσε τη λαϊκή κυριαρχία..
Στην Ελλάδα, δυστυχώς, η κεντρική πολιτική σκηνή συχνά απαξιώνεται, όχι μόνο από τους πολίτες, αλλά και από τα ίδια τα κόμματα. Οι πολιτικοί που δοκιμάζονται σε ρόλους με άμεση επαφή με την κοινωνία, όπως οι Δήμαρχοι μεγάλων πόλεων, συχνά υποβαθμίζονται σε «διαχειριστές προβλημάτων», αντί να αναγνωρίζονται ως φορείς οραματικής πολιτικής. Έτσι, κάθε φιλοδοξία για μετάβαση από το τοπικό στο εθνικό αντιμετωπίζεται με καχυποψία, τροφοδοτώντας έναν φαύλο κύκλο πολιτικής στασιμότητας.
Το παράδειγμα του Νταν δεν προσφέρεται για τυφλή μίμηση – οι θεσμοί και τα εκλογικά συστήματα διαφέρουν. Ωστόσο, καλεί σε έναν βαθύτερο αναστοχασμό. Ένας πολιτικός που πετυχαίνει στην πόλη του, που σχεδιάζει με κοινωνική ευαισθησία, που δίνει λύσεις σε καθημερινά προβλήματα και χτίζει δεσμούς εμπιστοσύνης, δεν πρέπει να αποκλείεται από την εθνική σκηνή. Αντιθέτως, πρέπει να ενθαρρύνεται.
Γιατί στην τομή ανάμεσα στο καθημερινό και το οραματικό γεννιέται η ηγεσία που έχει ανάγκη η Ελλάδα σήμερα.
