ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Από Γενικός Γραμματέας Ανώτατης Εκπαίδευσης της κυβέρνησης στον πρώτο Πρύτανη Ιδιωτικού Πανεπιστημίου : Η υπόθεση που προκαλεί συζητήσεις
Ο μέχρι πρότινος Γενικός Γραμματέας Ανώτατης Εκπαίδευσης υπήρξε ένας από τους πιο συνεπείς υποστηρικτές της κυβερνητικής πρωτοβουλίας για την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων στη χώρα. Με εισηγήσεις, παρεμβάσεις και συστηματική επιχειρηματολογία, είχε συμβάλει καθοριστικά στην προώθηση του σχετικού νομοσχεδίου που ψηφίστηκε από τη Βουλή.
Λίγους μόλις μήνες μετά την ψήφιση του νόμου και ενώ το νέο πλαίσιο βρίσκεται στην αρχή της εφαρμογής του, το ίδιο πρόσωπο αναλαμβάνει θέση πρύτανη σε ιδιωτικό πανεπιστήμιο. Η εξέλιξη αυτή προκαλεί εύλογα ερωτήματα και τροφοδοτεί πολιτική αντιπαράθεση.
Το γεγονός ότι ένας πρώην ανώτατος αξιωματούχος του Υπουργείου Παιδείας αναλαμβάνει αμέσως μετά την αποχώρησή του κορυφαίο ρόλο σε ίδρυμα που επωφελείται άμεσα από τη νομοθεσία την οποία ο ίδιος υποστήριξε, δημιουργεί την εντύπωση μιας σχέσης όπου τα όρια ανάμεσα στο δημόσιο λειτούργημα και την ιδιωτική αξιοποίηση πολιτικών αποφάσεων θολώνουν.
Πανεπιστημιακοί κύκλοι κάνουν λόγο για «θεσμικό ολίσθημα» και υποστηρίζουν ότι η υπόθεση αυτή αναδεικνύει την ανάγκη θεσμικών δικλίδων για την αποτροπή συγκρούσεων συμφερόντων. Κομματικές πηγές της αντιπολίτευσης αναφέρουν ότι «η κυβέρνηση έσπευσε να ανοίξει μια αγορά στην ανώτατη εκπαίδευση, η οποία φαίνεται να αξιοποιείται πρώτα και κύρια από όσους είχαν ρόλο στον σχεδιασμό της».
Από την πλευρά της κυβέρνησης, στελέχη αποφεύγουν να σχολιάσουν την προσωπική επαγγελματική πορεία του πρώην Γενικού Γραμματέα, περιοριζόμενα στο ότι «η νομοθεσία δημιουργεί νέες δυνατότητες για την ανώτατη εκπαίδευση». Ωστόσο, η κοινή γνώμη δεν μένει ασυγκίνητη: η εικόνα μιας τόσο άμεσης «μεταπήδησης» ενισχύει την αίσθηση ότι η πολιτική απόφαση για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια εξυπηρετεί πρωτίστως συγκεκριμένα συμφέροντα και όχι μόνο την κοινωνία ή το εκπαιδευτικό σύστημα.
Η ουσία είναι πως η υπόθεση δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο. Αγγίζει το ζήτημα της διαφάνειας στη λήψη αποφάσεων, το ηθικό αποτύπωμα της κυβερνητικής πολιτικής και το πώς η δημόσια εκπαίδευση αντιμετωπίζεται σε μια χώρα όπου το άρθρο 16 του Συντάγματος παραμένει κομβικό.
Η πολιτική διάσταση είναι αναπόφευκτη: οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση μετατρέπει την ανώτατη εκπαίδευση σε πεδίο ιδιωτικών επιχειρηματικών πρωτοβουλιών, ενώ η ίδια επικαλείται «αναβάθμιση και ευκαιρίες». Το αν πρόκειται για εκπαιδευτική μεταρρύθμιση ή για μια νέα μορφή μπίζνας, θα το κρίνει η κοινωνία.
