ΔΙΕΘΝΗ
Μινεσότα και Ιλινόϊς κάνουν πράξη το “Get the f@ck out” στην ICE του Τραμπ – Κατέθεσαν αγωγές στην κυβέρνηση!
Αγωγές κατά της κυβέρνησης Τραμπ για την ICE: Οι Πολιτείες αντεπιτίθενται στην ομοσπονδιακή αυθαιρεσία
Σε ανοιχτή θεσμική σύγκρουση με την κυβέρνηση Τραμπ προχωρούν η Μινεσότα και το Ιλινόις, καταθέτοντας ομοσπονδιακές αγωγές με στόχο τον περιορισμό της ανεξέλεγκτης δράσης της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων των ΗΠΑ (ICE). Η κλιμάκωση αυτή δεν έρχεται στο κενό. Πυροδοτήθηκε από τη δολοφονία της Ρενέ Γκουντ στη Μινεάπολη από πράκτορα της ICE, ένα περιστατικό που λειτούργησε ως καταλύτης για να βγουν στην επιφάνεια πρακτικές που, σύμφωνα με τις Πολιτείες, παραβιάζουν κατάφωρα το Σύνταγμα και τα πολιτικά δικαιώματα.
Στη Μινεσότα, ο γενικός εισαγγελέας Κιθ Έλισον στρέφεται ευθέως κατά της υπουργού Εσωτερικής Ασφάλειας Κρίστι Νοέμ και ανώτερων στελεχών της ICE. Η αγωγή χαρακτηρίζει την αιφνίδια και μαζική ανάπτυξη πρακτόρων ως «αντισυνταγματική και παράνομη», ζητώντας την επαναφορά κανόνων που απέκλειαν επιχειρήσεις σε σχολεία, νοσοκομεία και χώρους λατρείας. Παράλληλα, τίθεται ζήτημα απαγόρευσης επιθετικών μεθόδων κατά υπόπτων και διαδηλωτών, πρακτικές που περιγράφονται ως δυσανάλογες και επικίνδυνες.
Η πολιτεία δεν περιορίζεται σε νομικά επιχειρήματα. Κατηγορεί ανοιχτά τη ρεπουμπλικανική κυβέρνηση για φυλετικό προφίλ και για πολιτική στοχοποίηση μιας πολιτείας με έντονο δημοκρατικό αποτύπωμα. Το μήνυμα είναι σαφές: η ομοσπονδιακή εξουσία εργαλειοποιεί τη μετανάστευση, μετατρέποντάς την σε μηχανισμό επιβολής και εκφοβισμού. Ήδη, οι αρχές της Μινεσότα προαναγγέλλουν αίτημα για προσωρινή περιοριστική εντολή, επιχειρώντας να φρενάρουν άμεσα τη δράση της ICE.
Ο ίδιος ο Έλισον ξεκαθαρίζει ότι η αγωγή δεν αμφισβητεί συνολικά τη μεταναστευτική πολιτική των ΗΠΑ. Το επίδικο, όπως τονίζει, είναι η «αύξηση» της παρουσίας και της ισχύος της ICE, χωρίς σαφή όρια και χωρίς λογοδοσία. Πρόκειται για μια προσεκτικά διατυπωμένη θέση, που επιδιώκει να αποδομήσει την κυβερνητική αφήγηση περί «νόμου και τάξης».
Στο Ιλινόις, η προσέγγιση είναι ακόμη πιο αιχμηρή. Η πολιτεία ζητά από το δικαστήριο να απαγορεύσει στο CBP και στην ICE να διεξάγουν πολιτικές μεταναστευτικές επιχειρήσεις, εκτός εάν υπάρχει ρητή εξουσιοδότηση από το Κογκρέσο. Το επιχείρημα είναι ότι η κυβέρνηση Τραμπ υπερβαίνει συστηματικά την εκ του νόμου εξουσία της, επεκτείνοντας την εκτελεστική δράση πέρα από κάθε θεσμικό έλεγχο. Παρότι το Ανώτατο Δικαστήριο έχει παραδοσιακά αφήσει ευρύ πεδίο στην εκτελεστική εξουσία στο μεταναστευτικό, το Ιλινόις επιχειρεί να επαναφέρει τη συζήτηση στο πεδίο της συνταγματικής ισορροπίας.
Η διαφοροποίηση των αγωγών δεν αναιρεί τον κοινό παρονομαστή. Και οι δύο Πολιτείες αμφισβητούν ανοιχτά ένα μοντέλο διακυβέρνησης που αντιμετωπίζει τη μετανάστευση ως ζήτημα καταστολής και όχι ως πεδίο δικαιωμάτων και θεσμικών εγγυήσεων. Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν τα ομοσπονδιακά δικαστήρια θα επιλέξουν να λειτουργήσουν ως ανάχωμα ή αν θα επικυρώσουν, σιωπηρά, μια πολιτική που μετατρέπει τις Πολιτείες σε πεδίο άσκησης ανεξέλεγκτης εξουσίας.
Σε κάθε περίπτωση, η σύγκρουση αυτή δείχνει ότι το μεταναστευτικό στις ΗΠΑ παύει να είναι μόνο ζήτημα πολιτικής αντιπαράθεσης. Γίνεται πεδίο θεσμικής δοκιμασίας για το ίδιο το κράτος δικαίου.
