ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Τα “διλήμματα” Μητσοτάκη γυρνούν “μπούμεραγκ” στην κυβέρνηση που ταυτίστηκε με σκάνδαλα..
Ψάχνουν “Σωσίβιο” στην ΝΔ..
Στο Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζουν καλά τη δύναμη των διλημμάτων. Το «Μητσοτάκης ή χάος» του 2023 επανέρχεται σήμερα με νέα διατύπωση: «Μητσοτάκης ή ακυβέρνητο καράβι». Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιλέγει να ανοίξει πρόωρα, έστω άτυπα, την προεκλογική περίοδο, επενδύοντας στη σύγκριση με μια αντιπολίτευση που εμφανίζεται κατακερματισμένη και χωρίς ενιαίο βηματισμό.
Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική της σταθερότητας, η κυβερνητική φθορά είναι μετρήσιμη. Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν στασιμότητα σε ποσοστά που δεν επιτρέπουν άνεση, ενώ η κοινωνική δυσαρέσκεια τροφοδοτείται από ζητήματα που δεν επιλύονται με επικοινωνιακές αναδιατυπώσεις.
Πρώτο και βαρύτερο: η υπόθεση των υποκλοπών. Η εκδίκαση κρίσιμης πτυχής της υπόθεσης στις 26 Φεβρουαρίου επαναφέρει στο προσκήνιο ένα θέμα που άγγιξε τον πυρήνα της θεσμικής λειτουργίας. Η κυβέρνηση επιχείρησε να το κλείσει πολιτικά, όμως η δικαστική του διάσταση παραμένει ανοιχτή και απρόβλεπτη.
Δεύτερο: ο ΟΠΕΚΕΠΕ. Οι καταγγελίες για κακοδιαχείριση και η εκτιμώμενη επιβάρυνση που υπερβαίνει το 1 δισ. ευρώ στον κρατικό προϋπολογισμό πλήττουν το αφήγημα της χρηστής διοίκησης. Το ζήτημα δεν είναι μόνο δημοσιονομικό· είναι βαθύτατα πολιτικό, καθώς αφορά την αξιοπιστία του κρατικού μηχανισμού.
Τρίτο και διαρκές: τα Τέμπη. Οι νέες καταγγελίες του συλλόγου συγγενών θυμάτων περί «μπαζώματος» και αλλοίωσης στοιχείων αναζωπυρώνουν μια υπόθεση που δεν έφυγε ποτέ από τη συλλογική μνήμη. Η κοινωνία εξακολουθεί να ζητεί σαφείς απαντήσεις και απονομή ευθυνών, πέρα από πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Στο οικονομικό πεδίο, η ακρίβεια λειτουργεί ως σταθερός πολλαπλασιαστής δυσαρέσκειας. Οι αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις απορροφώνται από το κόστος ζωής, ενώ τα υψηλά ενοίκια εντείνουν το αίσθημα αδιεξόδου, ιδίως για τους νεότερους. Οι κυβερνητικές παρεμβάσεις στην αγορά, όσο και αν ανακοινώνονται με έμφαση, δεν έχουν ακόμη αποδώσει ορατό αποτέλεσμα.
Το κυβερνητικό επιτελείο αντιτείνει τα «ήρεμα νερά» στα ελληνοτουρκικά, τις ενεργειακές συμφωνίες και τα εξοπλιστικά προγράμματα. Πρόκειται για επιλογές στρατηγικής σημασίας, που όμως δεν μεταφράζονται άμεσα σε βελτίωση της καθημερινότητας. Έτσι, η απόσταση ανάμεσα στο μακροπολιτικό αφήγημα και τη μικροκλίμακα της ζωής των πολιτών παραμένει.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν το δίλημμα «σταθερότητα ή ακυβερνησία» θα επαναληφθεί. Είναι αν πείθει. Διότι όταν η πολιτική συζήτηση περιστρέφεται επίμονα γύρω από σκάνδαλα, θεσμικές εκκρεμότητες και οικονομική πίεση, το ζητούμενο δεν είναι η διατύπωση του διλήμματος, αλλά η αξιοπιστία εκείνου που το θέτει.
