ΠΟΛΙΤΙΚΗ
“Ως πότε οι Δικαστές θα σιωπούν;” – Ηχηρή παραίτηση εφέτη -ανακριτή
Μια παραίτηση που δεν μπορεί να προσπεραστεί ως «προσωπική επιλογή» έρχεται να ταράξει τα ήδη θολά νερά της ελληνικής Δικαιοσύνης. Η αποχώρηση του εφέτη – ανακριτή από το Δικαστικό Σώμα, η οποία επικυρώθηκε με Προεδρικό Διάταγμα και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δεν είναι ένα ακόμη διοικητικό γεγονός. Είναι μια πολιτική πράξη, ακόμη κι αν δεν φέρει κομματικό πρόσημο. Είναι μια πράξη που εκθέτει ένα σύστημα το οποίο δείχνει να ασφυκτιά κάτω από το ίδιο του το βάρος.
Ο έμπειρος δικαστικός λειτουργός, με περισσότερα από είκοσι χρόνια υπηρεσίας σε οκτώ δικαστήρια της χώρας, επέλεξε να αποχωρήσει πρόωρα. Στην ανάρτησή του, με τον συμβολικό τίτλο «Το τέλος της διαδρομής», μιλά για μια Δικαιοσύνη που νοσεί. Μιλά για όνειρα που εγκαταλείφθηκαν μπροστά στην πίεση της ποσότητας, για δικαστές που μετατρέπονται σε διεκπεραιωτές υποθέσεων, για συνθήκες εργασίας που δεν τιμούν ούτε τον θεσμό ούτε τους πολίτες που προσφεύγουν σε αυτόν ως τελευταίο καταφύγιο.
Το ερώτημα που θέτει –«Ως πότε οι δικαστές θα σιωπούν;»– δεν είναι ρητορικό. Είναι καταγγελία. Είναι μια έμμεση, αλλά σαφής αιχμή προς ένα διοικητικό και πολιτικό περιβάλλον που απαιτεί ταχύτητα χωρίς να εξασφαλίζει ποιότητα, που αξιώνει αποδόσεις χωρίς να εγγυάται επαρκή στελέχωση, που μιλά για μεταρρυθμίσεις ενώ κλείνει δικαστικές δομές στην περιφέρεια, αφήνοντας πίσω κενά και επιβαρύνσεις.
Στην ίδια του την τοποθέτηση, ο τέως πλέον δικαστικός λειτουργός περιγράφει ένα τοπίο όπου μια «θλιβερή μειοψηφία» μπορεί να υπονομεύει το κύρος της Δικαιοσύνης, την ώρα που η πλειοψηφία αγωνίζεται σιωπηλά. Αναφέρεται σε φαινόμενα αλαζονείας, σε τυπολατρία που απονεκρώνει την ουσία του δικαίου, σε αναλγησία που απομακρύνει τον πολίτη από την εμπιστοσύνη του στον θεσμό. Χωρίς να καταγγέλλει πρόσωπα, καταγγέλλει πρακτικές. Χωρίς να ονοματίζει, φωτογραφίζει παθογένειες.
Η παραίτησή του έρχεται σε μια συγκυρία όπου η αναδιάταξη του δικαστικού χάρτη και οι διαρκείς συζητήσεις για «επιτάχυνση της Δικαιοσύνης» κυριαρχούν στον δημόσιο διάλογο. Ωστόσο, το ερώτημα που αναδύεται δεν είναι μόνο οργανωτικό. Είναι βαθιά θεσμικό. Πόσο ανεξάρτητος μπορεί να είναι ο δικαστής όταν καλείται να εκδικάσει δεκάδες σοβαρές υποθέσεις σε μία ημέρα; Πόσο προστατευμένος είναι όταν η δημόσια σφαίρα μετατρέπει κάθε απόφαση σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης; Και, κυρίως, ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για τη διαρκώς φθίνουσα εμπιστοσύνη των πολιτών;
Η πράξη του εφέτη δεν είναι μια ηρωοποίηση ούτε μια προσωπική πικρία. Είναι μια ηχηρή προειδοποίηση. Όταν ένας λειτουργός με διαδρομή και κύρος επιλέγει να αποχωρήσει, μιλώντας για «αυτοσεβασμό και αξιοπρέπεια», τότε το πρόβλημα δεν είναι ατομικό. Είναι συστημικό. Και όταν η ανοχή, όπως ο ίδιος σημειώνει, μετατρέπεται σε συνενοχή, τότε η σιωπή παύει να είναι ουδετερότητα και γίνεται στάση.
Η Δικαιοσύνη δεν είναι απλώς ένας θεσμός. Είναι το τελευταίο οχυρό του πολίτη απέναντι στην αυθαιρεσία. Αν αυτό το οχυρό ρηγματώνεται εκ των έσω, αν οι ίδιοι οι λειτουργοί του αισθάνονται ότι δεν μπορούν να υπηρετήσουν το ιδεώδες που τους οδήγησε στην έδρα, τότε η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε διαχειριστικές βελτιώσεις. Απαιτείται θεσμική ενδοσκόπηση και πολιτική ευθύνη.
Η παραίτηση αυτή δεν κλείνει έναν κύκλο. Ανοίγει έναν επικίνδυνο. Και η κοινωνία οφείλει να ακούσει προσεκτικά όσα ειπώθηκαν, ακόμη κι αν δεν συνοδεύτηκαν από ονόματα. Γιατί σε μια Δημοκρατία, το κύρος της Δικαιοσύνης δεν είναι διαπραγματεύσιμο μέγεθος. Είναι προϋπόθεση ελευθερίας.
