ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Χρήστος Πρωτόπαπας: Το “Όχι” στη συγκυβέρνηση με τη ΝΔ είναι αναγκαία συνθήκη για το “ναι” στην Αλλαγή
Χρήστος Πρωτόπαπας: Καθαρή εντολή ρήξης με τη Δεξιά
Η δημόσια παρέμβαση του Χρήστου Πρωτόπαπα δεν εγγράφεται στην κατηγορία των συνηθισμένων εσωκομματικών τοποθετήσεων. Συνιστά στρατηγική τοποθέτηση με σαφές ιδεολογικό αποτύπωμα και καθαρή στόχευση: να αποτραπεί κάθε γκρίζα ζώνη ως προς το ενδεχόμενο μετεκλογικής σύμπλευσης με τη Νέα Δημοκρατία. Σε μια συγκυρία όπου η αυτοδυναμία φαντάζει απίθανη και οι συσχετισμοί ρευστοί, η αποσιώπηση του ζητήματος στα προσυνεδριακά κείμενα δεν μπορεί να θεωρηθεί αθώα παράλειψη.
Το πολιτικό πρόβλημα δεν είναι διαδικαστικό. Είναι ζήτημα αξιοπιστίας. Όταν κορυφαία στελέχη έχουν τοποθετηθεί υπέρ ενός ρητού αποκλεισμού συνεργασίας με τη συντηρητική παράταξη, η απουσία σχετικής διατύπωσης από τα επίσημα κείμενα δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες για τη στρατηγική συνοχή. Η κοινωνία δεν αναζητά υπαινιγμούς· αναζητά καθαρές γραμμές.
Η επίκληση του φόβου απώλειας «κεντρώων» ψηφοφόρων λειτουργεί περισσότερο ως προπέτασμα καπνού παρά ως σοβαρό πολιτικό επιχείρημα. Η εμπειρία των τελευταίων ετών καταδεικνύει ότι η ασάφεια δεν διευρύνει ακροατήρια· τα αποδυναμώνει. Ένα κόμμα που φιλοδοξεί να ηγηθεί οφείλει να διατυπώνει χωρίς αστερίσκους τη στρατηγική του. Διαφορετικά, μετατρέπεται σε πιθανό συμπλήρωμα ενός σχεδίου που δεν του ανήκει.
Ο Πρωτόπαπας θέτει το ζήτημα στον πυρήνα του. Μπορεί να υπάρξει συγκυβέρνηση με τη ΝΔ χωρίς ακύρωση των βασικών προγραμματικών δεσμεύσεων του ΠΑΣΟΚ; Μπορεί να προωθηθεί ουσιαστική φορολόγηση του μεγάλου πλούτου, θεσμική ανασυγκρότηση του κράτους, ενίσχυση της δημόσιας υγείας και ρύθμιση της ενεργειακής αγοράς, σε σύμπραξη με μια πολιτική δύναμη που έχει κινηθεί στην αντίθετη κατεύθυνση; Η απάντηση, εφόσον προσεγγιστεί με ρεαλισμό και όχι με ευχολόγια, είναι προφανής.
Η πολιτική ιστορία διδάσκει ότι οι «εξισορροπητικές» συγκυβερνήσεις σπάνια παράγουν μεταρρυθμιστικό έργο υπέρ του ασθενέστερου εταίρου. Αντιθέτως, οδηγούν σε ιδεολογική αφομοίωση και οργανωτική φθορά. Ένα κόμμα που επιδιώκει την πρώτη θέση δεν μπορεί να εμφανίζεται ως εν δυνάμει εφεδρεία διακυβέρνησης για μια πολιτική που καταγγέλλει
Το Συνέδριο, ως ανώτατο θεσμικό όργανο, καλείται να αναλάβει την ευθύνη. Να αποφασίσει ρητά και δεσμευτικά. Η δημοκρατική νομιμοποίηση δεν οικοδομείται με υπεκφυγές αλλά με καθαρές εντολές. Αν η στρατηγική είναι η αυτόνομη πορεία με σαφή διαχωρισμό από τη συντηρητική διακυβέρνηση, αυτό οφείλει να αποτυπωθεί χωρίς περιστροφές.
Το «όχι» στη Νέα Δημοκρατία, όπως το διατυπώνει ο Πρωτόπαπας, δεν είναι στείρα άρνηση. Είναι προϋπόθεση πολιτικής αξιοπιστίας. Είναι η αναγκαία συνθήκη ώστε το «ναι» στις κοινωνικές τομές να μην εκληφθεί ως ρητορική άσκηση, αλλά ως ρεαλιστικό σχέδιο διακυβέρνησης. Σε μια περίοδο όπου η δυσπιστία των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα βαθαίνει, η καθαρότητα των θέσεων αποτελεί τη μόνη αξιόπιστη επένδυση.
Η επιλογή, συνεπώς, δεν είναι τακτική. Είναι υπαρξιακή. Ή θα χαραχθεί ευδιάκριτη διαχωριστική γραμμή, ή θα παγιωθεί η εντύπωση ότι οι μεγάλες διακηρύξεις μπορούν να συνυπάρχουν με τις παλιές συνταγές. Και τότε, το κόστος δεν θα είναι μόνο εκλογικό. Θα είναι βαθιά πολιτικό.
