Connect with us

ΓΝΩΜΕΣ

Συνέδριο ΠΑΣΟΚ: Το διακύβευμα για την επόμενη μέρα

Published

on

Γράφει ο Γιάννης Παπαρίζος*

Στην κοινοβουλευτική δημοκρατία, τα πολιτικά κόμματα αποτελούν θεσμοί-πυλώνες του πολιτεύματος. Είναι οι βασικές «γέφυρες» μεταξύ του κράτους και της κοινωνίας, καθώς εκφράζουν ιδέες, αξίες και κοινωνικά συμφέροντα, προσφέρουν βήμα για λόγο και συμμετοχή, φιλτράρουν τα πολιτικά στελέχη που αναλαμβάνουν ενεργό ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας, διαμορφώνουν πολιτικά προγράμματα και συμβάλλουν στην πολιτική κοινωνικοποίηση των πολιτών. Όλα αυτά, τουλάχιστον στη θεωρία.

Βάσει της θεωρίας, το συνέδριο αποτελεί το ανώτατο όργανο κάθε κόμματος και βασικός χώρος λήψης μεγάλων στρατηγικών αποφάσεων, αλλά και πεδίο έκφρασης των διαφόρων τάσεων, μέχρι και εσωκομματικών συγκρούσεων. Κάποτε, στα κομματικά συνέδρια εκλεγόταν και η εκάστοτε ηγεσία των κομμάτων, πρακτική που έχει εγκαταλειφθεί με την καθιέρωση της εκλογής προέδρου από τη βάση.

Για να είναι ένα συνέδριο ουσιαστικό, δεν μπορεί να λείπει απ’ αυτό ο πραγματικός και πολιτικά γόνιμος διάλογος. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να υπάρξει σύγκρουση ιδεών, σύγκρουση απόψεων και διαφορετικών πολιτικών κατευθύνσεων και στρατηγικών. Μπορούν να υπάρξουν διακριτές πολιτικές πλατφόρμες και μέσα από τη μεταξύ τους σύγκρουση, αλλά και ώσμωση, προκύπτει η πλατφόρμα με την οποία θα πορευτεί το κόμμα για το επόμενο διάστημα.

Advertisement

Αυτό είναι λογικό και επόμενο όταν σε ένα κόμμα υπάρχουν, έστω και ανεπίσημα, διαφορετικές τάσεις, φαινόμενο σύνηθες στα μαζικά και πολυσυλλεκτικά κόμματα, όπως είναι τα κόμματα εξουσίας. Το ΠΑΣΟΚ, παρά την πτώση και τη συρρίκνωση που βίωσε την περασμένη 15ετία, διατηρεί το πολιτικό DNA ενός κόμματος εξουσίας. Για αυτό και το επερχόμενο συνέδριό του, δεν μπορεί να είναι απλώς μια τυπική διαδικασία, ούτε πρέπει να υποταχθεί στην παιδική αρρώστια του ΠΑΣΟΚ, τον «οργανωτισμό».

Το συνέδριο αυτό, πρέπει να έιναι πολιτικά γόνιμο και να χαράξει μια πολιτική κατεύθυνση και μια στρατηγική με στόχο την πολιτική αλλαγή με προοδευτικό πρόσημο. Υπ’ αυτήν την έννοια, η πρόθεση του Χάρη Δούκα να θέσει προς ψήφιση απ’ το σώμα των συνέδρων, την άρνηση οποιουδήποτε ενδεχομένου μετεκλογικής συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία, βρίσκεται στη σωστή κατεύθυνση. Τα ξεκάθαρα διλήμματα είναι πάντοτε χρήσιμα για την εντονότερη πολιτικοποίηση των διαδικασιών. Το δε δίλημμα που τίθεται, είναι καίριο για τη στρατηγική που χρειάζεται να ακολουθήσει το ΠΑΣΟΚ, προκειμένου να πετύχει την επάνοδό του στην εξουσία. Από το 2017 μέχρι σήμερα, το ΚΙΝΑΛ ή ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ λειτούργησε ως ένα «κεντρώο» κόμμα, κινούμενο σε μια λογική διαχωριστικών γραμμών και προς τα δεξιά και προς τα αριστερά, με σημαία την πολιτική αυτονομία του έναντι της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ. Η στρατηγική αυτή ήταν αναγκαία και ορθή, όταν το κεντρικό δίπολο ήταν ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ και ο χώρος του ΠΑΣΟΚ βρισκόταν σε φάση επούλωσης πληγών και επανασυσπείρωσης, χωρίς κυβερνητική προοπτική. Τώρα, η συγκυρία είναι διαφορετική. Πλέον, το ΠΑΣΟΚ έχει διψήφιο ποσοστό και είναι κοινοβουλευτικά δεύτερο, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι διαλυμένος και ο ευρύτερος προοδευτικός χώρος κατακερματισμένος σε μεγάλο βαθμό, ενώ το βασικό δίπολο είναι ΝΔ-ΠΑΣΟΚ με τη ΝΔ να κυβερνάει ήδη σχεδόν 7 χρόνια και με προοπτικές τρίτης θητείας, παρά την όποια κοινωνική δυσαρέσκεια. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το ΠΑΣΟΚ αν δεν θέλει να μείνει στάσιμο ή να περιοριστεί στο ρόλο μιας αδύναμης αξιωματικής αντιπολίτευσης, οφείλει να ακολουθήσει διαφορετική στρατηγική, αφήνοντας πίσω τη νοοτροπία του «τρίτου πόλου».

Οι δρόμοι είναι δύο. Είτε το ΠΑΣΟΚ θα επιλέξει μια κεντροδεξιά κατεύθυνση, επιχειρώντας να πείσει το «μητσοτακικό» ακροατήριο ότι μπορεί να επιτελέσει καλύτερα το έργο της παρούσας κυβέρνησης, χωρίς τις «δεξιές αποκλίσεις», θυσιάζοντας έτσι το αντι-μητσοτακικό κοινό. Είτε θα αποτελέσει το αντίπαλο δέος της Νέας Δημοκρατίας, θα συσπειρώσει τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο ως ο ηγετικός του πόλος και θα διατυπώσει έναν πολιτικό λόγο και ένα πρόγραμμα που θα εκφράζει τις κοινωνικές ομάδες που σήμερα πλήττονται από τις πολιτικές της Νέας Δημοκρατίας. Μέση οδός δεν υπάρχει.

Το κατηγορηματικό όχι σε οποιαδήποτε συγκυβέρνηση με τη Νέα Δημοκρατία, θα είναι μια απόφαση πολιτικής χειραφέτησης για το ΠΑΣΟΚ. Τρία αντεπιχειρήματα έχουν διατυπωθεί κατά αυτής της κίνησης. Πρώτον, ότι θα πρέπει το ίδιο να ισχύσει και για το ΣΥΡΙΖΑ. Πέραν όμως της υποκρισίας που κρύβει αυτό το επιχείρημα όταν δεν συνοδεύεται από την ίδια ενόχληση για την παρουσία ανθρώπων όπως ο Πελεγρίνης στις τάξεις του ΠΑΣΟΚ, πρόκειται για επιχείρημα χωρίς έρεισμα στη σημερινή πολιτική πραγματικότητα.

Advertisement

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πλέον ένα πολιτικό φάντασμα, χωρίς προοπτικές κυβερνησιμότητας. Η αντι-ΣΥΡΙΖΑ εμμονή υποδηλώνει ψυχολογία τρίτου κόμματος, όχι δεύτερου που διεκδικεί πρωτιά. Δεύτερον, λέγεται πως όλοι στο ΠΑΣΟΚ ούτως ή άλλως είναι κατά της συνεργασίας με τη ΝΔ, οπότε δεν χρειάζεται ψήφισμα για αυτό το θέμα. Ωστόσο, σε μια κοινωνία που τις τελευταίες δεκαετίες έχει βιώσει την αθέτηση πολλών υποσχέσεων και τη διάψευση πολλών προσδοκιών από πολιτικούς ηγέτες που της δημιούργησαν μια σειρά από ελπίδες, η πεποίθηση ότι αρκούν οι προφορικές διατυπώσεις και υποσχέσεις για να καθησυχάσουν το εκλογικό σώμα, αποτελεί πολιτική αφέλεια. Μια απόφαση του συνεδρίου θα είναι δεσμευτική για την ηγεσία και θα δώσει σαφές μήνυμα προς όλες τις κατευθύνσεις.

Εξίσου αφελές είναι και το τρίτο επιχείρημα. Ότι δηλαδή, θα είναι παγίδα για το ΠΑΣΟΚ να δεσμευτεί προεκλογικά για τις μετεκλογικές του συνεργασίες, καθώς το κατηγορηματικό όχι προς τη συγκυβέρνηση με τη ΝΔ θα αποθαρρύνει τους «κεντρώους» ψηφοφόρους και θα τους σπρώξει προς τη ΝΔ. Τουναντίον, όμως, όσοι είναι δυνητικά υπέρ μιας μετεκλογικής συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία, είναι πιθανότερο να ψηφίσουν έτσι κι αλλιώς το κυβερνητικό κόμμα, καθότι δεν είναι τόσο δυσαρεστημένοι από τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη – ίσως μάλιστα να είναι και ευχαριστημένοι – ενώ το ΠΑΣΟΚ στοχεύει στην πολιτική αλλαγή. Είναι οξύμωρο κάποιος να είναι υπέρ της πολιτικής αλλαγής και συγχρόνως να είναι θετικός στην παραμονή της ΝΔ στην εξουσία. Ούτε η λογική του «διμέτωπου» έχει νόημα ως στρατηγική για το δεύτερο κόμμα. Ούτε συντρέχει σοβαρός εθνικός λόγος που να δικαιολογεί μια συγκυβέρνηση «για το καλό του τόπου».

Εάν θέλει το ΠΑΣΟΚ να επαναπατρίσει τους απογοητευμένους από τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη, δεν θα το πετύχει βάζοντας το Μητσοτάκη και τη ΝΔ στο τραπέζι από την πίσω πόρτα. Θα πρέπει να πείσει ότι είναι ικανό να κυβερνήσει είτε αυτοδύναμο, είτε ηγούμενο ενός εναλλακτικού προοδευτικού κυβερνητικού συνασπισμού.

Το ερχόμενο συνέδριο, λοιπόν, πρόκειται να είναι ιστορικής σημασίας για το μέλλον του κόμματος, του χώρου, αλλά και του πολιτικού συστήματος. Μπορεί να αποδειχθεί μια χαμένη ευκαιρία ή μπορεί να αποτελέσει και μια ευκαιρία να αποδείξουμε ότι κάτι μάθαμε από την πρόσφατη ιστορία μας.

Advertisement

Θα είναι δείγμα πολιτικής ωριμότητας, όταν πάψουμε να βαπτίζουμε κάθε διάλογο και κάθε κριτική ως «εσωστρέφεια», όταν σταματήσουμε να συγκρουόμαστε γύρω από πρόσωπα, αλλά διαφωνήσουμε γύρω από πολιτικές θέσεις, όταν μιλήσουμε περισσότερο για το αύριο και λιγότερο για το χθες.

Επομένως, ας είναι το κατηγορηματικό όχι στη συνεργασία με τη σκληρότερη δεξιά μετά τη Μεταπολίτευση, το θεμέλιο για το κλείσιμο ενός φαύλου κύκλου. Το έχει ανάγκη το κόμμα, αλλά πρωτίστως το έχει ανάγκη η χώρα.

*Ο Γιάννης Παπαρίζος είναι πολιτικός επιστήμων και εκλεγμένος σύνεδρος για το 4ο Τακτικό Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής

Advertisement



Advertisement





Advertisement

Advertisement



Advertisement