ΠΟΛΙΤΙΚΗ
“Στο Μικροσκόπιο” της Κομισιόν τα Ευρωπαϊκά Προγράμματα Κατάρτισης στην Ελλάδα Αποκάλυψη από Αντ1 (VIDEO)
Η εικόνα που αναδύεται από τις Βρυξέλλες δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Για ακόμη μία φορά, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρές παρατηρήσεις για τη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων, αυτή τη φορά στον ευαίσθητο τομέα των προγραμμάτων κατάρτισης.
Η παρέμβαση της Κομισιόν, με ανοιχτό το ενδεχόμενο επιστροφής έως και του 25% των χρημάτων, κάτι που συνιστά πολιτική καταδίκη ενός μοντέλου που επαναλαμβάνεται μεθοδικά: επιδοτήσεις χωρίς αντίκρισμα, έργα χωρίς ουσία, κατάρτιση χωρίς πραγματικές δεξιότητες.
Τα ευρήματα για τα επτά προγράμματα συνολικού ύψους 7,8 εκατ. ευρώ σκιαγραφούν ένα γνώριμο τοπίο αδιαφάνειας. Περιορισμένος ανταγωνισμός, ασαφείς όροι διαγωνισμών, υπερκοστολογήσεις και διαδικασίες που αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο χειραγώγησης. Δεν πρόκειται για μεμονωμένες αστοχίες αλλά για συστημικές δυσλειτουργίες που διαπερνούν όλα τα στάδια: από τον σχεδιασμό μέχρι την υλοποίηση.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το περιεχόμενο των ίδιων των προγραμμάτων. Η «κατάρτιση» περιορίζεται συχνά σε εξ αποστάσεως διαδικασίες χαμηλής ποιότητας, χωρίς πρακτική εφαρμογή και χωρίς μετρήσιμο αποτέλεσμα για τους συμμετέχοντες. Πρόκειται για μια βιομηχανία πιστοποιητικών χωρίς αξία, που αναπαράγει την ψευδαίσθηση ανάπτυξης ενώ στην πραγματικότητα ανακυκλώνει πόρους προς όφελος λίγων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά και η διαπίστωση ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι ίδιοι φορείς εμφανίζονται να εμπλέκονται τόσο στον σχεδιασμό όσο και στην υλοποίηση των έργων. Η σύγκρουση συμφερόντων δεν είναι απλώς πιθανή· είναι δομική. Και όταν το δημόσιο χρήμα διακινείται σε τέτοιες συνθήκες, το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει πρόβλημα, αλλά πόσο βαθύ είναι.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να κρατήσει αποστάσεις, με τη ΔΥΠΑ να δηλώνει ότι δεν εμπλέκεται άμεσα στα συγκεκριμένα προγράμματα. Ωστόσο, η ευθύνη δεν μπορεί να διαχυθεί στο απρόσωπο διοικητικό σύστημα. Η διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων αποτελεί πυρήνα κυβερνητικής πολιτικής και η επαναλαμβανόμενη έκθεση της χώρας σε ελέγχους και πιθανές επιστροφές κονδυλίων συνιστά πολιτική αποτυχία.
Η εμπλοκή της OLAF προσθέτει ακόμη μεγαλύτερο βάρος στην υπόθεση. Δεν πρόκειται πλέον για μια απλή αξιολόγηση αποδοτικότητας, αλλά για έρευνα που αγγίζει τα όρια της κακοδιαχείρισης με ευρωπαϊκές διαστάσεις. Και κάθε τέτοια υπόθεση πλήττει όχι μόνο τη δημοσιονομική αξιοπιστία της χώρας, αλλά και την εμπιστοσύνη των πολιτών σε ένα σύστημα που υποτίθεται ότι υπηρετεί την ανάπτυξη.
Σε μια περίοδο όπου η κοινωνία πιέζεται από την ακρίβεια και τη στασιμότητα των εισοδημάτων, η αποκάλυψη τέτοιων πρακτικών λειτουργεί διαλυτικά. Τα χρήματα που θα μπορούσαν να ενισχύσουν πραγματικά την απασχόληση και τις δεξιότητες των πολιτών φαίνεται να χάνονται σε έναν κύκλο αναποτελεσματικότητας και αδιαφάνειας.
Το ερώτημα που τίθεται πλέον δεν είναι αν θα υπάρξουν «διορθώσεις», αλλά αν υπάρχει πολιτική βούληση για ρήξη με ένα σύστημα που αναπαράγει την ίδια παθογένεια εδώ και χρόνια. Γιατί όσο η κατάρτιση παραμένει πρόσχημα και τα κονδύλια εργαλείο εξυπηρετήσεων, η χώρα θα συνεχίσει να δίνει εξηγήσεις αντί να σχεδιάζει το μέλλον της.
