ΔΙΕΘΝΗ
Γερμανία: Η κατάρρευση των Σοσιαλδημοκρατών και η άνοδος της ακροδεξιάς ως πολιτική προειδοποίηση για την Ευρώπη
Του Γαβρή Άγγελου
Τα πρώτα αποτελέσματα από τη Ρηνανία-Παλατινάτο δεν συνιστούν απλώς μια περιφερειακή εκλογική μεταβολή. Αποτελούν ηχηρό καμπανάκι για την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και ταυτόχρονα μια επικίνδυνη επιβεβαίωση: όταν η Κεντροαριστερά χάνει την πολιτική της ταυτότητα, το κενό δεν μένει ποτέ κενό – το καταλαμβάνει η ακροδεξιά.
Η εκλογική κατρακύλα του SPD, με απώλειες σχεδόν 9 μονάδων, δεν είναι συγκυριακή. Είναι το πολιτικό τίμημα μιας στρατηγικής επιλογής: της διαρκούς συνύπαρξης με τη Δεξιά, μέσα από τον λεγόμενο «μεγάλο συνασπισμό» με το CDU. Μια επιλογή που αποδείχθηκε καταστροφική, όχι μόνο εκλογικά, αλλά κυρίως ιδεολογικά.
Όταν ένα κόμμα που ιστορικά εκπροσωπεί την εργασία, το κοινωνικό κράτος και τις ανισότητες, επιλέγει να συγκυβερνά χωρίς σαφή διαχωριστική γραμμή από τη συντηρητική πολιτική, το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο: οι πολίτες δεν βλέπουν διαφορά. Και όταν δεν υπάρχει διαφορά, δεν υπάρχει λόγος εμπιστοσύνης.
Την ίδια στιγμή, η εκτόξευση της AfD στο 20% αποτυπώνει μια βαθύτερη κοινωνική και πολιτική κρίση. Η ακροδεξιά δεν ενισχύεται μόνο από την οργή. Τρέφεται από την απογοήτευση. Από την αίσθηση ότι τα παραδοσιακά κόμματα δεν εκπροσωπούν πλέον τους πολίτες, αλλά διαχειρίζονται μια πολιτική κανονικότητα αποκομμένη από τις ανάγκες τους.
Η νίκη του CDU, υπό την ηγεσία του Φρίντριχ Μερτς, μπορεί να παρουσιάζεται ως επιστροφή της συντηρητικής σταθερότητας. Στην πραγματικότητα, όμως, αποτελεί μέρος του ίδιου προβλήματος: μιας Ευρώπης που μετατοπίζεται σταθερά προς τα δεξιά, χωρίς ισχυρό προοδευτικό αντίβαρο.
Η συζήτηση για νέο «μεγάλο συνασπισμό» δεν είναι λύση. Είναι η συνέχιση της ίδιας συνταγής που οδήγησε στην κρίση εκπροσώπησης. Κάθε νέα σύμπραξη χωρίς σαφή πολιτικό πρόσημο ενισχύει την αντίληψη ότι «όλοι είναι ίδιοι» – το πιο ισχυρό αφήγημα της ακροδεξιάς.
Το μάθημα από τη Γερμανία είναι σαφές και επείγον. Η Κεντροαριστερά δεν καταρρέει επειδή οι κοινωνίες «στρέφονται δεξιά». Καταρρέει όταν εγκαταλείπει τον λόγο ύπαρξής της. Όταν μετατρέπεται σε διαχειριστικό συμπλήρωμα της Δεξιάς, χάνει όχι μόνο ψηφοφόρους, αλλά και την ιστορική της νομιμοποίηση.
Και τότε, το πολιτικό τοπίο γίνεται επικίνδυνα απλό: από τη μία ένα συντηρητικό μπλοκ εξουσίας, από την άλλη μια ενισχυμένη ακροδεξιά που διεκδικεί ρόλο. Το ενδιάμεσο πεδίο –εκεί όπου κάποτε υπήρχε η σοσιαλδημοκρατία– αδειάζει.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι αυτό το κενό δεν μένει ποτέ ουδέτερο. Γεμίζει με φόβο, ανασφάλεια και τελικά με πολιτικές που απειλούν τις ίδιες τις δημοκρατικές ισορροπίες.
