ΓΝΩΜΕΣ
Ράμμος: «Το ρουσφέτι δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα — είναι ποινικό αδίκημα και θεσμική εκτροπή»
Σαφή πολιτική αιχμή και ευθεία αμφισβήτηση της κανονικοποίησης του πελατειακού κράτους περιλαμβάνει η δημόσια παρέμβαση του πρώην γενικού γραμματέα της ΑΔΑΕ, Χρήστος Ράμμος, ο οποίος επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τα όρια μεταξύ «διαμεσολάβησης» και διαφθοράς. Αφορμή στάθηκαν οι δηλώσεις της Ευρωπαίας Εισαγγελέως Laura Kövesi, που υπενθύμισε το αυτονόητο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα: πρακτικές που στην Ελλάδα συχνά βαφτίζονται «διευκολύνσεις» συνιστούν, επί της ουσίας, ποινικά κολάσιμες πράξεις.
Ο Ράμμος περιγράφει μια κοινωνία που έχει διολισθήσει σε «μιθριδατισμό», δηλαδή σε επικίνδυνη εξοικείωση με τη διαφθορά, σε σημείο ώστε η αυτονόητη νομική αξιολόγηση να αντιμετωπίζεται ως είδηση. Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρίσκεται η έννοια της αθέμιτης επιρροής, η οποία —όπως τονίζει— δεν αποτελεί πολιτισμική ιδιαιτερότητα ούτε «μεσογειακή ευελιξία», αλλά ενδέχεται να στοιχειοθετεί αδικήματα όπως απιστία εις βάρος του Δημοσίου και παραβίαση του ποινικού δικαίου. Με άλλα λόγια, το «ρουσφέτι» παύει να είναι πολιτικό ανέκδοτο και αναδεικνύεται ως θεσμική παθογένεια με σαφές νομικό αποτύπωμα.
Η κριτική δεν εξαντλείται στη νομική διάσταση. Ο πρώην επικεφαλής της ανεξάρτητης αρχής επισημαίνει ότι οι πρακτικές αυτές υπονομεύουν ευθέως την ισότητα των πολιτών και τη διαφάνεια στη δημόσια διοίκηση. Η κατασπατάληση δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων προς όφελος «ημετέρων» δεν είναι απλώς άδικη· αποτελεί μηχανισμό αναπαραγωγής πολιτικής ισχύος, όπου οι εξυπηρετήσεις μετατρέπονται σε ψήφους και οι ψήφοι σε διαιώνιση του ίδιου συστήματος. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο που αποκλείει όσους δεν διαθέτουν πρόσβαση σε δίκτυα επιρροής ή αρνούνται να συμμετάσχουν σε αυτά.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η επισήμανση ότι η κανονικοποίηση τέτοιων πρακτικών από πολιτικά πρόσωπα συνιστά βαθιά πολιτική ευθύνη. Ο Ράμμος αποδομεί τη ρητορική του «έτσι ήταν πάντα η Ελλάδα», χαρακτηρίζοντάς την όχι απλώς κυνική αλλά «διαστροφική» και πολιτικά αντιδραστική. Η ανοχή μετατρέπεται σε συνενοχή, και η επανάληψη σε κανόνα. Σε αυτό το πλαίσιο, η ευθύνη μετακυλίεται πρωτίστως σε όσους ασκούν εξουσία και διαμορφώνουν πρότυπα συμπεριφοράς.
Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές και θεσμικά φορτισμένο: η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν μπορεί να εξαντλείται σε γενικόλογες διακηρύξεις περί διαφάνειας. Απαιτείται ενεργή συνεργασία με την European Public Prosecutor’s Office και τα αρμόδια όργανα της ελληνικής Δικαιοσύνης, καθώς και ουσιαστική προσήλωση σε διαδικασίες που διασφαλίζουν την ίση μεταχείριση και την αξιοκρατία.
Σε μια περίοδο όπου η εμπιστοσύνη στους θεσμούς δοκιμάζεται, η παρέμβαση Ράμμου λειτουργεί ως καμπανάκι: το «ρουσφέτι» δεν είναι γραφικό κατάλοιπο, αλλά δείκτης δημοκρατικής οπισθοδρόμησης.
