ΠΟΛΙΤΙΚΗ
«Λουκέτο» στον ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου εν μέσω ενεργειακής κρίσης: Η Δυτική Μακεδονία πληρώνει το κόστος μιας βίαιης απολιγνιτοποίησης
Ρεπορταζ: Γαβρής Άγγελος
Στη σκιά των κυβερνητικών πανηγυρισμών για την «πράσινη μετάβαση», η πραγματικότητα στη Κοζάνη αποκτά όλο και πιο έντονα χαρακτηριστικά κοινωνικής και οικονομικής αποδιάρθρωσης. Ο ιστορικός ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου οδηγείται σε παύση λειτουργίας, με τη Δυτική Μακεδονία να βρίσκεται αντιμέτωπη με μια μετάβαση χωρίς επαρκές σχέδιο προστασίας της κοινωνίας, της εργασίας και της ενεργειακής ασφάλειας.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επέλεξε να επιταχύνει το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, παρότι το ευρωπαϊκό πλαίσιο δίνει τη δυνατότητα παράτασης λειτουργίας έως το 2038 υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η πολιτική επιλογή της άμεσης απολιγνιτοποίησης παρουσιάστηκε ως «εκσυγχρονισμός», όμως στην πράξη μετατρέπεται σε πεδίο βαθιάς ανασφάλειας για μια ολόκληρη περιφέρεια που στήριξε επί δεκαετίες την ενεργειακή επάρκεια της χώρας.
Στην Πτολεμαΐδα και την ευρύτερη περιοχή, το κλείσιμο των μονάδων δεν αντιμετωπίζεται ως τεχνοκρατική απόφαση. Αντιμετωπίζεται ως απειλή επιβίωσης. Εργαζόμενοι, μικρομεσαίες επιχειρήσεις, επαγγελματίες και οικογένειες βλέπουν τον οικονομικό ιστό να αποσυντίθεται χωρίς να έχουν δημιουργηθεί οι αναγκαίες εναλλακτικές παραγωγικές δομές.
Το πιο οξύ κοινωνικό ζήτημα αφορά πλέον τη θέρμανση. Χιλιάδες νοικοκυριά στην Κοζάνη κινδυνεύουν από τον επόμενο χειμώνα να μείνουν χωρίς τη σημερινή μορφή τηλεθέρμανσης και να στραφούν στο πετρέλαιο, σε μια περίοδο κατά την οποία η ενεργειακή ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει ασφυκτικά τα λαϊκά εισοδήματα. Το ερώτημα που κυριαρχεί στην τοπική κοινωνία είναι απλό αλλά πολιτικά εκρηκτικό: πώς γίνεται μια χώρα που βίωσε ενεργειακή κρίση, διεθνείς αναταράξεις και εκτόξευση τιμών να εγκαταλείπει τόσο βίαια τις εγχώριες ενεργειακές δυνατότητές της χωρίς επαρκές δίχτυ ασφαλείας;
Η κυβερνητική επιχειρηματολογία περί «πράσινης ανάπτυξης» δέχεται πλέον σοβαρή αμφισβήτηση ακόμη και από φορείς που δεν αμφισβητούν την ανάγκη ενεργειακής μετάβασης. Αυτό που τίθεται στο επίκεντρο είναι ο τρόπος και η ταχύτητα εφαρμογής της πολιτικής. Η απολιγνιτοποίηση χωρίς κοινωνική προστασία, χωρίς διασφαλισμένες θέσεις εργασίας και χωρίς ενεργειακή επάρκεια μετατρέπεται σε μετάβαση άνιση και βαθιά αντικοινωνική.
Στελέχη της αντιπολίτευσης και αυτοδιοικητικοί παράγοντες μιλούν πλέον ανοιχτά για εγκατάλειψη της Δυτικής Μακεδονίας. Υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση προχώρησε σε ένα επικοινωνιακό μοντέλο «πράσινης βιτρίνας», χωρίς να έχουν προηγηθεί οι απαιτούμενες επενδύσεις παραγωγικής ανασυγκρότησης, βιομηχανικής αναδιάρθρωσης και ουσιαστικής στήριξης των τοπικών κοινωνιών.
Η συζήτηση αποκτά και ευρύτερη γεωπολιτική διάσταση. Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, εν μέσω ενεργειακής αβεβαιότητας και πολέμου στην Ουκρανία, υπήρξαν επανεξετάσεις πολιτικών απολιγνιτοποίησης με προσωρινές παρατάσεις λειτουργίας μονάδων. Στην Ελλάδα όμως, η επιλογή παρέμεινε άκαμπτη, παρά τις κοινωνικές αντιδράσεις και τις συνεχείς προειδοποιήσεις για τις επιπτώσεις στην απασχόληση και το ενεργειακό κόστος.
Το βασικό πολιτικό δίλημμα πλέον δεν είναι αν πρέπει να υπάρξει πράσινη μετάβαση. Είναι αν αυτή η μετάβαση θα γίνει με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης ή αν θα μετατραπεί σε μια βίαιη αναδιάρθρωση που αφήνει πίσω ανέργους, ενεργειακά ευάλωτα νοικοκυριά και ολόκληρες περιοχές σε οικονομική ασφυξία.
Για τη Δυτική Μακεδονία, ο χρόνος των θεωρητικών εξαγγελιών έχει τελειώσει. Οι κάτοικοι ζητούν σχέδιο, ασφάλεια και πραγματικές απαντήσεις. Και όσο αυτές δεν δίνονται, τόσο ενισχύεται η αίσθηση ότι η περιοχή πληρώνει το τίμημα μιας πολιτικής απόφασης που ελήφθη μακριά από τις ανάγκες της κοινωνίας και της παραγωγής.
