Connect with us

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τα “μπάνια του λαού” δεν είναι πλέον αυτονόητα – 1 στους 2 Έλληνες δεν μπορεί να κάνει διακοπές

Published

on

Η εικόνα που καταγράφεται μέσα από πρόσφατες κοινωνικές και οικονομικές μετρήσεις είναι σκληρή και δύσκολα επιδέχεται επικοινωνιακές ωραιοποιήσεις: ένα πολύ μεγάλο τμήμα των νοικοκυριών στην Ελλάδα δηλώνει ότι δεν διαθέτει επαρκές εισόδημα για καλοκαιρινές διακοπές, με το ποσοστό να προσεγγίζει σε αρκετές έρευνες ακόμη και το επίπεδο του ενός στους δύο πολίτες.

Πρόκειται για ένδειξη που δεν προκύπτει από μία μεμονωμένη καταγραφή αλλά από τη συσσώρευση δεδομένων κόστους ζωής, πληθωριστικών πιέσεων και στασιμότητας στα πραγματικά εισοδήματα. Η ακρίβεια στην ενέργεια, στα τρόφιμα και κυρίως στις υπηρεσίες φιλοξενίας έχει μετατρέψει τις θερινές διακοπές από κοινωνικό δικαίωμα μεταπολεμικής μεσαίας τάξης σε είδος οικονομικής «πολυτέλειας» για ολοένα και περισσότερους.

Η εικόνα αυτή, ωστόσο, δεν μπορεί να αποκοπεί από το ευρύτερο δημοσιονομικό και αναπτυξιακό πλαίσιο της τελευταίας περιόδου. Την ίδια στιγμή που η κοινωνική πλειονότητα βλέπει τις διακοπές να απομακρύνονται, η κυβέρνηση είχε στη διάθεσή της ένα πρωτοφανές ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό απόθεμα, περίπου 35 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το οποίο παρουσιάστηκε ως ιστορική ευκαιρία ανασύνταξης της οικονομίας και ενίσχυσης της παραγωγικής βάσης.

Σε ευρωπαϊκό πλαίσιο, οι συγκρίσεις με τα στοιχεία της δείχνουν ότι η Ελλάδα παραμένει σταθερά στις πρώτες θέσεις της αδυναμίας χρηματοδότησης διακοπών, μαζί με χώρες χαμηλότερου κατά κεφαλήν εισοδήματος. Την ίδια στιγμή, και παρά τους υψηλούς ρυθμούς τουριστικής δραστηριότητας και τα ρεκόρ αφίξεων, η χώρα συνέχισε να καταγράφει από τις χαμηλότερες επιδόσεις στην αγοραστική δύναμη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η αντίφαση είναι πολιτικά εκκωφαντική: μια οικονομία που στηρίζεται στον τουρισμό, αδυνατεί να επιτρέψει σε μεγάλο μέρος των πολιτών της να συμμετέχουν σε αυτόν.

Advertisement

Η κυβέρνηση αποδίδει το φαινόμενο κυρίως σε ένα γενικευμένο ευρωπαϊκό κύμα ακρίβειας. Ωστόσο, η ελληνική περίπτωση επιβαρύνεται από δομικές αδυναμίες που δεν αναιρέθηκαν την περίοδο των υψηλών ευρωπαϊκών ροών χρηματοδότησης: χαμηλή πραγματική αγοραστική δύναμη, υψηλό κόστος στέγασης και μια αγορά υπηρεσιών που απορροφά δυσανάλογο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος. Το αποτέλεσμα είναι ότι ακόμη και υπό συνθήκες αυξημένων επενδυτικών πόρων, η καθημερινότητα μεγάλου μέρους της κοινωνίας δεν μετακινήθηκε ουσιαστικά προς τα πάνω.

Το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα πλέον μετατίθεται στο μετά: αν ένα τόσο μεγάλο χρηματοδοτικό «μαξιλάρι» δεν κατάφερε να ανατρέψει τη θέση της χώρας στην τελευταία ζώνη της ευρωπαϊκής αγοραστικής δύναμης, τι προοιωνίζεται η επόμενη περίοδος, όταν οι έκτακτες ενισχύσεις σταδιακά υποχωρούν. Η ανησυχία δεν αφορά μόνο τη δημοσιονομική ισορροπία, αλλά το αν η ελληνική οικονομία μπορεί να στηριχθεί σε διατηρήσιμες βάσεις ή αν κινδυνεύει να επιστρέψει πιο έντονα σε ένα μοντέλο χαμηλών μισθών και άνισης κατανομής του παραγόμενου πλούτου.

Σε αυτό το πλαίσιο, το καλοκαίρι παύει να είναι απλώς εποχική συνθήκη και λειτουργεί πλέον ως κοινωνικός καθρέφτης: αποτυπώνει, με σχεδόν ωμό τρόπο, το βάθος της ανισότητας και τα όρια ενός μοντέλου ανάπτυξης που εξακολουθεί να μην επιστρέφει ισοδύναμα στην κοινωνική πλειονότητα.

Advertisement