Connect with us

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Φορολογική Δικαιοσύνη – Η αναλογική φορολόγηση του πλούτου ως πυλώνας προοδευτικής αλλαγής

Published

on

Γράφει ο Γαβρής Αγγελος

Στην Ευρώπη, η συζήτηση για τη φορολόγηση του πλούτου δεν έχει καμία σχέση με το στερεότυπο της “τιμωρίας των πλουσίων”, αλλά με μια τεχνικά ψυχρή διαπίστωση: τα φορολογικά συστήματα που στηρίζονται αποκλειστικά στην εργασία και στην κατανάλωση παράγουν μόνιμα ανισότητες και δημοσιονομική αστάθεια. Εκεί ακριβώς παρεμβαίνει το ζήτημα της αναλογικότητας.

Η Νορβηγία διατηρεί φόρο καθαρής περιουσίας, επιβάλλοντας επιβάρυνση σε συνολική οικονομική ισχύ και όχι μόνο στο εισόδημα. Η Ελβετία, σε ομοσπονδιακό και καντονιακό επίπεδο, φορολογεί τον καθαρό πλούτο φυσικών προσώπων εδώ και δεκαετίες, χωρίς να έχει απολέσει την επενδυτική της ελκυστικότητα. Στην Ισπανία, μετά την ενεργειακή και πληθωριστική πίεση των τελευταίων ετών, η κυβέρνηση προχώρησε σε έκτακτη ενίσχυση της φορολόγησης μεγάλων περιουσιών, ως εργαλείο εξισορρόπησης των δημόσιων εσόδων. Ακόμη και η Γαλλία, παρότι εγκατέλειψε τον καθολικό φόρο μεγάλης περιουσίας, διατήρησε ειδικό καθεστώς για ακίνητη περιουσία υψηλής αξίας, αναγνωρίζοντας ότι η πλήρης απορρύθμιση του πεδίου δημιουργεί πολιτικό και κοινωνικό κόστος.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η συζήτηση είναι ακόμη πιο ωμή. Προτάσεις όπως εκείνες των και για φορολόγηση μεγάλης καθαρής περιουσίας δεν αποτελούν περιθωριακές απόψεις, αλλά μέρος ενός ευρύτερου ρεύματος που αναγνωρίζει ότι η υπερσυσσώρευση πλούτου έχει ήδη μετατραπεί σε πολιτικό ζήτημα ισχύος και όχι απλώς λογιστικό θέμα εσόδων.

Advertisement

Μέσα σε αυτό το διεθνές πλαίσιο, η ελληνική συζήτηση συχνά κινείται σε λάθος επίπεδο. Η αντιπαράθεση για μέτρα όπως οι δωρεάν αστικές μεταφορές μπορεί να έχει κοινωνική σημασία, αλλά δεν απαντά στο βασικό πρόβλημα: ποιος πληρώνει το κράτος και με ποιον τρόπο. Είναι η διαφορά ανάμεσα στη διαχείριση κόστους και στην αναδιανομή ισχύος.

Το ελληνικό φορολογικό σύστημα εξακολουθεί να επιβαρύνει δυσανάλογα την εργασία και τη μικρομεσαία δραστηριότητα, ενώ μεγάλα οικονομικά μεγέθη, με πολύ υψηλότερη δυνατότητα συνεισφοράς, εντάσσονται συχνά σε καθεστώτα χαμηλής πραγματικής επιβάρυνσης μέσω σύνθετων δομών, εταιρικών σχημάτων και ευνοϊκών ρυθμίσεων. Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο: ο ελεύθερος επαγγελματίας και η μικρή επιχείρηση να λειτουργούν ως βασικοί χρηματοδότες του κράτους, ενώ η μεγάλη οικονομική ισχύς να συμμετέχει συχνά αναλογικά λιγότερο από όσο θα δικαιολογούσε το μέγεθός της.

Εδώ τίθεται το κρίσιμο ζήτημα της αναλογικής φορολόγησης του πλούτου. Όχι ως σύνθημα, αλλά ως μηχανισμός. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι εισφορές και οι φορολογικές υποχρεώσεις δεν μπορεί να καθορίζονται μόνο από το δηλωθέν εισόδημα, αλλά από τη συνολική οικονομική δυνατότητα: τζίρο, περιουσιακά στοιχεία, πρόσβαση σε κεφάλαιο, πραγματική κερδοφορία.

Για να γίνει κατανοητό με απτό τρόπο: ένας μικρός επαγγελματίας με ετήσιο κύκλο εργασιών που μόλις καλύπτει λειτουργικά έξοδα και φορολογικές υποχρεώσεις, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με την ίδια εισφοροδοτική λογική με μια ναυτιλιακή ή πολυεθνική δομή που διαχειρίζεται κεφάλαια εκατοντάδων εκατομμυρίων. Η οριζόντια ισότητα σε τέτοιες περιπτώσεις δεν λειτουργεί ως δικαιοσύνη, αλλά ως εξίσωση ανόμοιων μεγεθών.

Advertisement

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τα πιο σταθερά συστήματα δεν είναι εκείνα που φορολογούν περισσότερο, αλλά εκείνα που φορολογούν πιο στοχευμένα. Η Ελβετία διατηρεί υψηλή ανταγωνιστικότητα παρά τη φορολόγηση περιουσίας, επειδή η βάση είναι καθαρή, προβλέψιμη και συνδεδεμένη με πραγματική δυνατότητα πληρωμής. Αντίστοιχα, η Νορβηγία χρησιμοποιεί τον φόρο πλούτου ως εργαλείο σταθεροποίησης και όχι ως ιδεολογική σημαία.

Στην ελληνική περίπτωση, η μεταρρύθμιση δεν μπορεί να εξαντληθεί σε επιμέρους κοινωνικές παροχές. Το ζήτημα είναι η αρχιτεκτονική του ίδιου του συστήματος. Αν δεν μετακινηθεί το φορολογικό βάρος προς τη συνολική οικονομική ισχύ, το κράτος θα συνεχίσει να χρηματοδοτείται δυσανάλογα από εκείνους που έχουν τη μικρότερη δυνατότητα απορρόφησης του κόστους.

Η αναλογική φορολόγηση του πλούτου, σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι ιδεολογική επιλογή. Είναι ζήτημα λειτουργικότητας. Και τελικά, ζήτημα πολιτικής αξιοπιστίας για οποιοδήποτε σχέδιο υπόσχεται κοινωνική δικαιοσύνη χωρίς να αγγίζει τη δομή που παράγει την ανισότητα.

Advertisement