ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Ιδιωτικά Πανεπιστήμια: Το ΣτΕ δεν δικαίωσε την κυβέρνηση — εξέθεσε τον τρόπο εφαρμογής του νόμου Πιερρακάκη
Επειδή γύρω από τη σημερινή απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας φαίνεται να επιχειρείται μια επικοινωνιακή σύγχυση, χρειάζεται να μπουν τα πράγματα στη θέση τους. Η απόφαση δεν αποτελεί «λευκή επιταγή» για τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση επέλεξε να ανοίξει τον δρόμο στα ιδιωτικά πανεπιστήμια.
Το ΣτΕ δεν ανέτρεψε την προηγούμενη κρίση του για τη συνταγματικότητα του νόμου Πιερρακάκη. Την επανέλαβε. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι έκρινε νόμιμο κάθε βήμα που ακολούθησε την ψήφιση του νόμου.
Το κρίσιμο ζήτημα που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ο τρόπος εφαρμογής του νόμου στην πράξη: αν τηρήθηκαν οι απαιτούμενες διαδικασίες, αν υπήρχαν οι αναγκαίες εγγυήσεις και αν οι συγκεκριμένες πράξεις αδειοδότησης και πιστοποίησης έγιναν με τρόπο συμβατό με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.
Και εκεί το ΣτΕ εντόπισε συγκεκριμένες πλημμέλειες, οδηγώντας στην ακύρωση σχετικών διοικητικών πράξεων.
Η διάκριση είναι κρίσιμη και δεν επιδέχεται κυβερνητικές «ερμηνείες» κατά το δοκούν. Άλλο η συνταγματικότητα ενός νόμου και άλλο η νομιμότητα της εφαρμογής του. Ένας νόμος μπορεί να κρίνεται συνταγματικός και ταυτόχρονα η διοίκηση να αποτυγχάνει στην ορθή, πλήρη και θεσμικά θωρακισμένη εφαρμογή του.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πολιτικό ζήτημα.
Η κυβέρνηση επέλεξε να παρουσιάσει τη μεταρρύθμιση των ιδιωτικών πανεπιστημίων ως μια σχεδόν αυτονόητη και πλήρως θωρακισμένη θεσμική αλλαγή. Η σημερινή δικαστική εξέλιξη, όμως, δείχνει ότι άλλο η επικοινωνιακή εικόνα και άλλο η πραγματικότητα της διοικητικής εφαρμογής.
Γιατί όταν πρόκειται για την ανώτατη εκπαίδευση, δεν αρκεί να ψηφίζεται ένας νόμος και στη συνέχεια να αναζητούνται εκ των υστέρων οι εγγυήσεις που θα έπρεπε να έχουν εξασφαλιστεί εξαρχής. Δεν πρόκειται για μια απλή διοικητική διαδικασία. Αφορά τις σπουδές χιλιάδων νέων, τις οικονομίες οικογενειών και τα επαγγελματικά δικαιώματα ανθρώπων που επενδύουν χρόνο και χρήμα στο μέλλον τους.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από μια δικαστική απόφαση. Είναι η ύπαρξη ενός αξιόπιστου, αυστηρού και διαφανούς συστήματος εποπτείας, που θα διασφαλίζει ότι τα ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης λειτουργούν με πραγματικούς και όχι προσχηματικούς κανόνες.
Η σημερινή απόφαση του ΣτΕ δεν καταργεί τον νόμο Πιερρακάκη. Αποκαλύπτει, όμως, ότι η εφαρμογή του δεν είναι μια υπόθεση που μπορεί να θεωρείται τελειωμένη. Όταν το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο εντοπίζει πλημμέλειες στη διαδικασία αδειοδότησης και πιστοποίησης, η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει πολιτικά και θεσμικά — όχι να επιχειρήσει να μετατρέψει μια σύνθετη δικαστική κρίση σε επικοινωνιακό πανηγύρι.
Η ανώτατη εκπαίδευση χρειάζεται κανόνες, έλεγχο, διαφάνεια και πραγματικές εγγυήσεις. Πάνω απ’ όλα, χρειάζεται μια Πολιτεία που να προστατεύει τους φοιτητές και τις οικογένειές τους και όχι να τους μετατρέπει σε πειραματόζωα μιας βιαστικής μεταρρύθμισης.
Γιατί τελικά το ζήτημα δεν είναι αν ένας νόμος μπορεί να σταθεί συνταγματικά.
Το ζήτημα είναι αν η Πολιτεία μπορεί να εγγυηθεί ότι εφαρμόζεται νόμιμα, αυστηρά και προς όφελος της κοινωνίας.
Και η σημερινή απόφαση του ΣτΕ δείχνει ότι σε αυτό το πεδίο η κυβέρνηση έχει ακόμη πολλά να εξηγήσει.
