ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Υποκλοπές: Ο Ζ. Κεσσές «δείχνει» ΕΥΠ και καταγγέλλει συγκάλυψη – «Η υπόθεση δεν κλείνει»
Νέα προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο προαναγγέλλει ο δικηγόρος θυμάτων των παρακολουθήσεων – «Υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για χρήση Predator από την ΕΥΠ», υποστηρίζει
Τέσσερα χρόνια μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου των υποκλοπών, τα ερωτήματα παραμένουν και η υπόθεση επιστρέφει στο προσκήνιο. Ο δικηγόρος Ζαχαρίας Κεσσές, ο οποίος εκπροσωπεί θύματα των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων, μεταξύ των οποίων τον δημοσιογράφο Θανάση Κουκάκη, εξαπολύει νέα σφοδρή επίθεση κατά της εισαγγελικής διαχείρισης της υπόθεσης και προαναγγέλλει προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Αφορμή αποτέλεσε το νέο «όχι» στην ανάσυρση της υπόθεσης από το αρχείο. Ο Κεσσές, μιλώντας στον Αθήνα 9.84, έκανε λόγο για «ραστώνη» τεσσάρων ετών στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, υποστηρίζοντας ότι κρίσιμα ερωτήματα παραμένουν ακόμη αναπάντητα.
Ποιοι έδωσαν τις εντολές για τις παρακολουθήσεις; Τι απέγινε το υλικό; Πού βρίσκονται οι κινητές συσκευές; Πόσα δεδομένα χάθηκαν; Πρόκειται για ερωτήματα που, σύμφωνα με τον δικηγόρο, δεν έχουν λάβει επαρκείς απαντήσεις, παρά το εύρος και τη θεσμική σοβαρότητα της υπόθεσης.
Στο στόχαστρο εισαγγελικοί λειτουργοί
Ο Ζαχαρίας Κεσσές αναφέρθηκε ονομαστικά στους εισαγγελικούς λειτουργούς Αχιλλέα Ζήση, Κωνσταντίνο Τζαβέλλα, Ευάγγελο Μπακέλα και Γεωργία Αδειλίνη, αποδίδοντάς τους, κατά περίπτωση, πλημμέλειες, λάθη και παραλείψεις στη διερεύνηση της υπόθεσης.
Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε για τον Ευάγγελο Μπακέλα, υποστηρίζοντας ότι δεν πραγματοποιήθηκαν κρίσιμες ερευνητικές ενέργειες, δεν ελήφθησαν μαρτυρικές καταθέσεις, δεν ζητήθηκε η συνδρομή υπηρεσιών και δεν εξετάστηκαν πρόσωπα που, κατά τον ίδιο, θα μπορούσαν να φωτίσουν την υπόθεση.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι δεν αξιοποιήθηκαν στοιχεία από δικαστική διαδικασία στο Ισραήλ που αφορά τον Ταλ Ντίλιαν.
Η βαριά καταγγελία για Predator και ΕΥΠ
Στο επίκεντρο της παρέμβασης βρίσκεται, όμως, η πλέον σοβαρή καταγγελία.
Ο δικηγόρος υποστήριξε ότι «υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για τη χρήση του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator από την ΕΥΠ», ενώ έκανε λόγο και για άλλα στοιχεία τα οποία, σύμφωνα με την εκτίμησή του, αποδεικνύουν «μεθόδευση και συγκάλυψη» στην υπόθεση.
Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί αποδίδονται στον ίδιο τον δικηγόρο και δεν συνιστούν δικαστικά διαπιστωμένα γεγονότα. Ωστόσο, η βαρύτητά τους είναι δεδομένη, καθώς αφορούν τον πυρήνα ενός σκανδάλου που έχει ήδη προκαλέσει σοβαρές θεσμικές και πολιτικές αναταράξεις.
Και κυρίως, δεν συνοδεύονται από δήλωση παραίτησης από τη δικαστική διεκδίκηση. Το αντίθετο.
Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο η υπόθεση
Ο Ζαχαρίας Κεσσές προανήγγειλε ότι θα προσφύγει εντός Αυγούστου στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στρεφόμενος κατά πράξεων και παραλείψεων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου.
Παράλληλα, προανήγγειλε νέο γύρο αιτημάτων ανάσυρσης της υπόθεσης τον Σεπτέμβριο, με νέα στοιχεία τα οποία, όπως ανέφερε, θα προσκομιστούν εφόσον χρειαστεί.
Το μήνυμά του ήταν απολύτως σαφές:
«Η υπόθεση δεν κλείνει ούτε και θα κλείσει».
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό και θεσμικό ζήτημα. Η αρχειοθέτηση μιας υπόθεσης δεν εξαφανίζει τα ερωτήματα που εξακολουθούν να τίθενται. Πολύ περισσότερο όταν οι ίδιοι οι εμπλεκόμενοι στη δικαστική διεκδίκηση υποστηρίζουν ότι διαθέτουν νέα στοιχεία και είναι διατεθειμένοι να τα θέσουν εκ νέου υπόψη των αρμόδιων αρχών και των ευρωπαϊκών δικαιοδοτικών οργάνων.
Τέσσερα χρόνια μετά, οι απαντήσεις εξακολουθούν να ζητούνται
Το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν είναι μια συνηθισμένη δικαστική υπόθεση. Αφορά την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών, τη λειτουργία των υπηρεσιών πληροφοριών, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και τελικά την ίδια την ποιότητα της δημοκρατίας.
Γι’ αυτό και η απαίτηση για πλήρη διερεύνηση δεν είναι κομματικό αίτημα. Είναι θεσμική απαίτηση.
Όσο υπάρχουν νέα στοιχεία που τίθενται υπόψη των αρμόδιων αρχών, όσο υπάρχουν θύματα που προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη και όσο παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ερωτήματα για την προέλευση των εντολών, την τύχη του υλικού και τη χρήση του Predator, η υπόθεση θα επιστρέφει.
Το ερώτημα, πλέον, δεν είναι αν η υπόθεση θα απασχολήσει ξανά τη δημόσια συζήτηση.
Το ερώτημα είναι πόσο ακόμη θα χρειαστεί να περιμένουμε για τις απαντήσεις.
