ΓΝΩΜΕΣ
52 χρόνια μετά: Η Ελλάδα χρειάζεται μια Νέα 3η Σεπτέμβρη – Τα πρώτα “κεφάλαια” γράφονται ήδη στον Διεθνή πολιτικό χάρτη
γράφει ο Γαβρής Αγγελος

Πενήντα δύο χρόνια μετά την 3η Σεπτέμβρη του 1974, η επέτειος της Ιδρυτικής Διακήρυξης του ΠΑΣΟΚ δεν προσφέρεται μόνο για αναδρομές, ιστορικές αναφορές και την αυτονόητη απόδοση τιμής σε μια πολιτική τομή που άλλαξε τη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Προσφέρεται, κυρίως, για ένα πολύ πιο δύσκολο εγχείρημα: να αναμετρηθούμε με το περιεχόμενό της και να αναρωτηθούμε τι θα σήμαινε μια 3η Σεπτέμβρη γραμμένη σήμερα.
Γιατί η πραγματική δύναμη εκείνης της Διακήρυξης δεν βρισκόταν μόνο στις λέξεις της. Βρισκόταν στην ικανότητά της να συναντήσει τις ανάγκες μιας ολόκληρης κοινωνίας και να τις μετατρέψει σε πολιτικό σχέδιο αλλαγής.
Η Ελλάδα του 1974 έβγαινε από τη δικτατορία, κουβαλούσε την τραγωδία της Κύπρου και αναζητούσε μια νέα δημοκρατική και κοινωνική αυτοπεποίθηση. Μέσα σε εκείνο το ιστορικό περιβάλλον διατυπώθηκαν τέσσερις αρχές που έμελλε να σφραγίσουν μια ολόκληρη πολιτική εποχή:
Εθνική Ανεξαρτησία. Λαϊκή Κυριαρχία. Κοινωνική Απελευθέρωση. Δημοκρατική Διαδικασία.
Το ερώτημα, μισό αιώνα αργότερα, δεν είναι εάν εξακολουθούν να έχουν αξία.
Το ερώτημα είναι πώς μεταφράζονται στην Ελλάδα του 2026.
Η Ιστορία δεν κληρονομείται – συνεχίζεται
Η 3η Σεπτέμβρη κινδυνεύει να αδικηθεί όταν περιορίζεται σε μια τελετουργική επέτειο. Η Ιστορία δεν είναι φωτογραφίες, επετειακές ομιλίες και συνθήματα που επαναλαμβάνονται μηχανικά. Είναι πρωτίστως πολιτική υποχρέωση απέναντι στο παρόν.
Τι σημαίνει σήμερα «Λαϊκή Κυριαρχία» σε μια εποχή μεγάλης συγκέντρωσης οικονομικής, τεχνολογικής και επικοινωνιακής ισχύος;
Τι σημαίνει «Κοινωνική Απελευθέρωση» όταν η εργασία δεν εγγυάται πάντοτε αξιοπρεπή διαβίωση, όταν η στέγη μετατρέπεται σε δυσεπίλυτο πρόβλημα για τη νέα γενιά και όταν χιλιάδες οικογένειες υπολογίζουν κάθε μήνα αν το εισόδημά τους επαρκεί για τις βασικές ανάγκες;
Τι σημαίνει «Δημοκρατική Διαδικασία» στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, των αλγορίθμων, της κρίσης εμπιστοσύνης στους θεσμούς και της διεθνούς επιστροφής αυταρχικών πολιτικών προτύπων;
Και τι σημαίνει, τελικά, Εθνική Ανεξαρτησία για μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα που οφείλει να είναι ισχυρή μέσα στις συμμαχίες της, χωρίς να εκχωρεί το δικαίωμα να σχεδιάζει το δικό της μέλλον;
Αυτές είναι οι ερωτήσεις μιας Νέας 3ης Σεπτέμβρη.
Μια Ελλάδα που μπορεί να σταθεί στα πόδια της
Στον 21ο αιώνα η εθνική αυτοπεποίθηση δεν μετριέται με την ένταση των συνθημάτων. Μετριέται με την πραγματική ισχύ μιας κοινωνίας και μιας οικονομίας.
Με το αν μια χώρα μπορεί να παράγει.
Με το αν μπορεί να εξασφαλίζει ενεργειακή επάρκεια, τρόφιμα, τεχνολογική γνώση και ισχυρές δημόσιες υποδομές.
Με το αν μπορεί να υπερασπίζεται αποτελεσματικά τα κυριαρχικά της δικαιώματα.
Με το αν μπορεί να κρατά τα παιδιά της στον τόπο τους.
Με το αν η ελληνική περιφέρεια μπορεί να παραμένει ζωντανή και παραγωγική.
Με το αν ο πολίτης αισθάνεται ότι η χώρα στην οποία ζει τού προσφέρει προοπτική και ασφάλεια.
Υπάρχει, συνεπώς, ένας σύγχρονος πατριωτισμός που η δημοκρατική παράταξη δεν έχει κανέναν λόγο να παραχωρήσει στον εθνικισμό και στην πολιτική της φοβικής περιχαράκωσης.
Είναι ο πατριωτισμός της παραγωγής, της κοινωνικής συνοχής, της εθνικής αξιοπρέπειας και της Δημοκρατίας.
Πατριωτισμός είναι να μη θεωρείται φυσιολογικό ένας νέος επιστήμονας να πιστεύει ότι για να προκόψει πρέπει να εγκαταλείψει την Ελλάδα.
Είναι να μπορεί μια οικογένεια να αποκτήσει σπίτι χωρίς να υποθηκεύσει ολόκληρη τη ζωή της.
Είναι να έχει ο αγρότης λόγο να παραμείνει στη γη του και ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας τη δυνατότητα να δημιουργεί χωρίς να συνθλίβεται ανάμεσα στο κόστος και στην ισχύ των μεγάλων συμφερόντων.
Είναι ένα δημόσιο σχολείο που μορφώνει, ένα ΕΣΥ που θεραπεύει και ένα κράτος που προστατεύει.
Και είναι, ασφαλώς, μια χώρα που υπερασπίζεται τα σύνορα και τα κυριαρχικά της δικαιώματα με την ίδια αποφασιστικότητα με την οποία υπερασπίζεται τα δικαιώματα των πολιτών της.
Το νέο κοινωνικό συμβόλαιο
Αν η Ελλάδα χρειάζεται σήμερα μια Νέα 3η Σεπτέμβρη, αυτή δεν μπορεί να είναι μια άσκηση ιστορικής νοσταλγίας. Πρέπει να πάρει τη μορφή ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου.
Μιας νέας συμφωνίας ανάμεσα στο κράτος και στον πολίτη, στην εργασία και στην παραγωγή, στην οικονομική ανάπτυξη και στην κοινωνική δικαιοσύνη, στη σημερινή γενιά και σε εκείνες που ακολουθούν.
Η αφετηρία της πρέπει να είναι απλή: η οικονομική ανάπτυξη δεν αποτελεί αυτοσκοπό όταν δεν μετατρέπεται σε κοινωνική πρόοδο.
Μια οικονομία μπορεί να εμφανίζει θετικούς αριθμούς και ταυτόχρονα η κοινωνία να αισθάνεται φτωχότερη. Μπορεί να αυξάνεται ο παραγόμενος πλούτος και ταυτόχρονα να διευρύνεται η απόσταση ανάμεσα σε εκείνους που μπορούν να σχεδιάσουν τη ζωή τους και σε εκείνους που απλώς προσπαθούν να βγάλουν τον μήνα.
Η προοδευτική απάντηση δεν μπορεί να είναι η εχθρότητα προς την ανάπτυξη, την επιχειρηματικότητα ή την ιδιωτική πρωτοβουλία. Πρέπει να είναι ένα διαφορετικό υπόδειγμα ανάπτυξης: περισσότερη παραγωγή, περισσότερη καινοτομία, ισχυρές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καλύτερες δουλειές και δικαιότερη κατανομή του πλούτου που δημιουργείται.
Να επιβραβεύεται εκείνος που επενδύει, παράγει και δημιουργεί θέσεις εργασίας. Αλλά να συνεισφέρει περισσότερο εκείνος που έχει περισσότερα.
Αυτή είναι η ουσία μιας σύγχρονης κοινωνικής δημοκρατίας.
Αξιοπρέπεια: η λέξη που μπορεί να ενώσει ξανά την κοινωνία
Στον πυρήνα αυτού του νέου κοινωνικού συμβολαίου πρέπει να βρίσκεται μία έννοια που υπερβαίνει τα παραδοσιακά πολιτικά στρατόπεδα: η αξιοπρέπεια.
Αξιοπρέπεια σημαίνει εργασία που επιτρέπει στον άνθρωπο να ζει και όχι απλώς να επιβιώνει.
Σημαίνει σύνταξη που δεν καταδικάζει τον ηλικιωμένο στην ανασφάλεια.
Σημαίνει δημόσια Υγεία στην οποία ο ασθενής δεν χρειάζεται να αναρωτηθεί αν μπορεί να πληρώσει για να θεραπευτεί.
Σημαίνει δημόσια Παιδεία που δεν αναπαράγει τις κοινωνικές ανισότητες.
Σημαίνει πραγματική προστασία της μητρότητας και της οικογένειας, ουσιαστική ισότητα στην εργασία και στην κοινωνική ζωή.
Σημαίνει σεβασμό στον άνθρωπο με αναπηρία, στον άνεργο, στον αγρότη, στον εργαζόμενο, στον μικρομεσαίο, στον νέο που ξεκινά τη ζωή του.
Και σημαίνει ίσα δικαιώματα και ίσο σεβασμό για κάθε Ελληνίδα και κάθε Έλληνα, χωρίς διακρίσεις και χωρίς πολίτες πρώτης και δεύτερης κατηγορίας.
Η αξιοπρέπεια δεν είναι μια αφηρημένη ηθική έννοια.
Είναι πολιτικό πρόγραμμα.
Να επιστρέψει η εξουσία πιο κοντά στον πολίτη
Η ανανέωση της δημοκρατικής παράταξης περνά αναγκαστικά και μέσα από μια νέα αντίληψη για την ίδια τη λειτουργία της Δημοκρατίας.
Η λαϊκή κυριαρχία σήμερα δεν εξαντλείται στην εκλογική διαδικασία. Προϋποθέτει ισχυρούς θεσμούς, ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, ελεύθερη ενημέρωση, διαφάνεια, λογοδοσία και πραγματικά αντίβαρα απέναντι στην εκτελεστική εξουσία.
Προϋποθέτει, όμως, και κάτι ακόμη: αποκέντρωση.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να λειτουργεί με ένα υπερσυγκεντρωτικό κράτος που αντιμετωπίζει συχνά την Αυτοδιοίκηση ως διοικητικό βραχίονα του κέντρου και όχι ως αυτοτελή δημοκρατικό θεσμό.
Η επόμενη μεγάλη δημοκρατική μεταρρύθμιση πρέπει να δώσει πόρους, αρμοδιότητες και πραγματική εξουσία στις πόλεις και στις περιφέρειες.
Γιατί η νέα προοδευτική πολιτική δεν θα γεννηθεί αποκλειστικά στα υπουργικά γραφεία.
Θα γεννηθεί στις πόλεις, στις γειτονιές, στους χώρους εργασίας, στα πανεπιστήμια, στις τοπικές κοινωνίες, στις νέες μορφές συλλογικότητας.
Εκεί όπου η πολιτική συναντά ξανά την πραγματική ζωή.
Κάτι αλλάζει στον διεθνή πολιτικό χάρτη
Η ανάγκη αυτής της επαναθεμελίωσης δεν αποτελεί ελληνική ιδιομορφία.
Στον διεθνή πολιτικό χάρτη διακρίνονται ήδη διαφορετικές μεταξύ τους, αλλά συγγενείς αναζητήσεις. Δεν συνιστούν ακόμη ένα ενιαίο πολιτικό ρεύμα και θα ήταν πρόωρο να παρουσιαστούν ως τέτοιο. Αποκαλύπτουν, όμως, ότι τα ερωτήματα της κοινωνικής δημοκρατίας επιστρέφουν με νέα ένταση.
Από τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου ένα νέο προοδευτικό και δημοκρατικοσοσιαλιστικό δυναμικό επαναφέρει στην πολιτική ατζέντα το κόστος ζωής, τη στέγη, τους μισθούς, τα εργασιακά δικαιώματα και τη συγκέντρωση του πλούτου, έως το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η συζήτηση για το κοινωνικό κράτος και τα όρια ενός οικονομικού μοντέλου δεκαετιών παραμένει ενεργή.
Από την Ισπανία, όπου οι πολιτικές για την εργασία, τη στέγη και την κοινωνική προστασία έχουν βρεθεί στον πυρήνα της προοδευτικής ατζέντας, μέχρι την Ελλάδα, όπου το αίτημα για μια νέα κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία επιστρέφει.
Θα μπορούσε κανείς να πει ότι γράφονται ήδη τα πρώτα κεφάλαια μιας νέας παγκόσμιας δημοκρατικής και σοσιαλιστικής διακήρυξης.
Όχι από ένα κέντρο. Όχι με μία ηγεσία. Όχι με το ίδιο λεξιλόγιο παντού.
Αλλά μέσα από την επιστροφή ορισμένων θεμελιωδών ερωτημάτων:
Ποιος παράγει τον πλούτο και ποιος καρπώνεται το μεγαλύτερο μέρος του;
Ποιος πληρώνει το κόστος των διαδοχικών κρίσεων;
Ποιος ελέγχει την οικονομική, τεχνολογική και πολιτική ισχύ;
Και, τελικά, ποιος έχει δικαίωμα σε μια καλή και αξιοπρεπή ζωή;
Αυτά τα ερωτήματα δεν ανήκουν στο παρελθόν.
Είναι τα μεγάλα πολιτικά ερωτήματα του μέλλοντος.
Ο δημοκρατικός σοσιαλισμός πρέπει να επιστρέψει στην καθημερινότητα
Ο δημοκρατικός σοσιαλισμός του 21ου αιώνα δεν μπορεί να αρκεστεί στην αναπαραγωγή της γλώσσας του 20ού. Αν θέλει να αποκτήσει ξανά κοινωνική πλειοψηφία, πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να απαντήσει στα προβλήματα του σήμερα.
Στο ενοίκιο.
Στον μισθό.
Στην ακρίβεια.
Στην ανασφάλεια της εργασίας.
Στη δημογραφική συρρίκνωση.
Στην τεχνητή νοημοσύνη και στην αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου.
Στην κλιματική κρίση.
Στην ασφάλεια της χώρας μέσα σε ένα ολοένα πιο ασταθές διεθνές περιβάλλον.
Στην κρίση εμπιστοσύνης προς τους δημοκρατικούς θεσμούς.
Και κυρίως στην αίσθηση ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας ότι η πολιτική δεν αφορά πλέον τη δική του ζωή.
Η νέα προοδευτική πρόταση πρέπει να μιλήσει ξανά στον εργαζόμενο, στον μικρομεσαίο, στον αγρότη, στον νέο επιστήμονα, στη γυναίκα που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ανισότητες, στον άνθρωπο που δεν μπορεί να αποκτήσει κατοικία, στον πολίτη της περιφέρειας που αισθάνεται ότι το κράτος απομακρύνεται συνεχώς από αυτόν.
Αν δεν τους συναντήσει, δεν θα γίνει ποτέ πλειοψηφική.
Το ΠΑΣΟΚ δεν αρκεί να κληρονομεί την Ιστορία του
Εδώ βρίσκεται και η σημερινή ιστορική ευθύνη του ΠΑΣΟΚ.
Ένα κόμμα που διαθέτει μια τόσο βαριά πολιτική κληρονομιά δεν μπορεί να αρκείται στη διαχείρισή της. Δεν αρκεί να αποτελεί τον θεσμικό κληρονόμο μιας μεγάλης ιστορίας.
Πρέπει να γίνει παραγωγός της επόμενης.
Η 3η Σεπτέμβρη δεν χρειάζεται αντιγραφείς. Χρειάζεται συνεχιστές.
Και πολιτική συνέχεια δεν σημαίνει να επιχειρήσει κανείς να αναπαραγάγει το 1974 στο 2026.
Σημαίνει να διαθέτει το θάρρος να διαβάσει τη δική του εποχή με την ίδια αποφασιστικότητα με την οποία η γενιά της Μεταπολίτευσης διάβασε τη δική της.
Να συγκρουστεί με τις νέες ανισότητες.
Να βάλει κανόνες στη συγκέντρωση οικονομικής ισχύος.
Να υπερασπιστεί τη Δημοκρατία και τους θεσμούς.
Να οικοδομήσει ένα νέο παραγωγικό υπόδειγμα.
Να συνδέσει την πράσινη μετάβαση με την κοινωνική δικαιοσύνη.
Να ξαναδώσει στη νέα γενιά έναν σοβαρό λόγο για να πιστέψει ότι η Ελλάδα μπορεί να γίνει ο τόπος όπου θα χτίσει τη ζωή της.
Και να ενώσει όσα συχνά παρουσιάζονται τεχνητά ως αντίθετα: την εθνική αυτοπεποίθηση με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό, την παραγωγή με την κοινωνική δικαιοσύνη, την ανάπτυξη με την αναδιανομή, την ασφάλεια με τα δικαιώματα, την ελευθερία με την αλληλεγγύη.
Η Νέα 3η Σεπτέμβρη δεν μπορεί να είναι σύνθημα
Πενήντα δύο χρόνια μετά, η Ελλάδα δεν χρειάζεται να επιστρέψει στο 1974.
Χρειάζεται να ανακτήσει κάτι από το πολιτικό θάρρος του 1974 για να κοιτάξει μπροστά.
Μια Νέα 3η Σεπτέμβρη δεν μπορεί να είναι επετειακό εύρημα ούτε επικοινωνιακό σύνθημα. Πρέπει να είναι μια νέα εθνική και κοινωνική συμφωνία για τις επόμενες δεκαετίες.
Μια συμφωνία που θα μπορούσε να συμπυκνωθεί σε τέσσερις μεγάλες δεσμεύσεις:
Εθνική Αυτοπεποίθηση.
Λαϊκή και Δημοκρατική Κυριαρχία.
Κοινωνική Δικαιοσύνη και Αξιοπρέπεια.
Ισότητα, Δικαιώματα και Δημοκρατία παντού.
Ένα κοινωνικό συμβόλαιο που θα λέει στον νέο ότι υπάρχει μέλλον.
Στον εργαζόμενο ότι η δουλειά του έχει αξία.
Στη γυναίκα ότι η ισότητα δεν αποτελεί παραχώρηση αλλά αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα.
Στον άνθρωπο της παραγωγής ότι η Πολιτεία θα είναι σύμμαχος απέναντι στην αδικία και όχι μηχανισμός εξυπηρέτησης των ισχυρότερων.
Στον πιο αδύναμο ότι η κοινωνία δεν πρόκειται να τον εγκαταλείψει.
Και σε κάθε Ελληνίδα και κάθε Έλληνα ότι η Δημοκρατία, η χώρα και το μέλλον της τούς ανήκουν.
Αυτή υπήρξε, άλλωστε, η βαθύτερη δύναμη της 3ης Σεπτέμβρη. Δεν ήταν απλώς η ιδρυτική πράξη ενός κόμματος. Έδωσε πολιτική μορφή στην προσδοκία ενός μεγάλου τμήματος της ελληνικής κοινωνίας να αποκτήσει φωνή, δικαιώματα και συμμετοχή στην εξουσία.
Σήμερα η πρόκληση είναι διαφορετική, αλλά εξίσου μεγάλη.
Να μετατραπεί ξανά η κοινωνική ανασφάλεια σε συλλογική αυτοπεποίθηση. Η απογοήτευση σε συμμετοχή. Η ανισότητα σε αίτημα δικαιοσύνης. Και η Ιστορία σε σχέδιο για το μέλλον.
Γιατί η μεγαλύτερη τιμή στην 3η Σεπτέμβρη δεν είναι να επαναλαμβάνουμε όσα γράφτηκαν πριν από 52 χρόνια.
Είναι να δημιουργήσουμε τις πολιτικές και κοινωνικές προϋποθέσεις ώστε η επόμενη μεγάλη Διακήρυξη της δημοκρατικής παράταξης να μπορεί να γραφτεί από τη σημερινή γενιά — για την Ελλάδα που έρχεται.
