ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Ιδιωτικά πανεπιστήμια: Οι κυβερνητικές παλινωδίες, οι ακυρώσεις του ΣτΕ και η «παγίδα» για τους φοιτητές
Η κυβέρνηση επιχείρησε να παρουσιάσει τα μη κρατικά πανεπιστήμια ως μία από τις εμβληματικές μεταρρυθμίσεις της δεύτερης τετραετίας της. Ωστόσο, η εικόνα που διαμορφώνεται τον τελευταίο μήνα απέχει αισθητά από εκείνη μιας θεσμικά θωρακισμένης μεταρρύθμισης. Ακυρώσεις αδειών από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ακυρώσεις πιστοποιήσεων προγραμμάτων σπουδών, επανάληψη διοικητικών διαδικασιών και, τώρα, ένα κρίσιμο ερώτημα γύρω από τις εγγραφές νέων φοιτητών συνθέτουν ένα πεδίο στο οποίο η κυβέρνηση καλείται να αποδείξει ότι δεν προηγείται η πολιτική βιασύνη της διοικητικής νομιμότητας.
Το τελευταίο και ίσως σοβαρότερο κεφάλαιο αφορά την παράγραφο 5 του άρθρου 142 του ν. 5094/2024. Μία διάταξη του ίδιου του κυβερνητικού νόμου η οποία αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά τις ακυρωτικές αποφάσεις του ΣτΕ.
Το ΣτΕ ακύρωσε άδειες και πιστοποιήσεις
Στις 13 Αυγούστου το Γ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας ακύρωσε τρεις πράξεις χορήγησης αδειών εγκατάστασης και λειτουργίας ΝΠΠΕ. Οι λόγοι δεν ήταν ενιαίοι: σε δύο περιπτώσεις αφορούσαν τη μη έγκαιρη διαπίστωση από τον ΕΟΠΠΕΠ της συμμόρφωσης προς παρατηρήσεις για τις κτιριακές εγκαταστάσεις, ενώ σε άλλη περίπτωση κρίθηκε προβληματική η διαδικασία που ακολουθήθηκε στην ΕΘΑΑΕ, καθώς μέλος Ειδικής Επιτροπής Αξιολόγησης είχε σχέση με ενδιαφερόμενο εκπαιδευτικό φορέα, γεγονός που κατά το Δικαστήριο μπορούσε να δημιουργήσει υπόνοια μεροληψίας.
Το ακόμη σοβαρότερο, όμως, είναι ότι με τις αποφάσεις 1168, 1170 και 1172/2026 ακυρώθηκαν και πιστοποιήσεις προγραμμάτων σπουδών. Το ΣτΕ έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι τα στοιχεία του κανονιστικού πλαισίου της ΕΘΑΑΕ δεν αποτελούσαν τα συγκεκριμένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια που απαιτεί ο ν. 5094/2024 για την πιστοποίηση των προγραμμάτων των ΝΠΠΕ.
Με άλλα λόγια, η δικαστική εμπλοκή δεν περιορίστηκε σε μία τυπική λεπτομέρεια. Ακούμπησε κρίσιμα στάδια της ίδιας της διοικητικής διαδικασίας αδειοδότησης και πιστοποίησης.
Η κυβέρνηση απάντησε ότι φταίει η εφαρμογή, όχι ο νόμος
Το Υπουργείο Παιδείας έσπευσε την ίδια ημέρα να υπογραμμίσει ότι το ΣτΕ δεν αμφισβήτησε τη συνταγματικότητα του θεσμικού πλαισίου. Υποστήριξε ότι οι πλημμέλειες αφορούσαν την εφαρμογή του νόμου και δεσμεύθηκε ότι θα γίνουν όλες οι αναγκαίες ενέργειες συμμόρφωσης, διαβεβαιώνοντας παράλληλα πως «το ακαδημαϊκό έτος δεν θα χαθεί για κανέναν φοιτητή».
Η διάκριση είναι ασφαλώς νομικά ουσιώδης. Πολιτικά, όμως, δημιουργεί ένα μάλλον άβολο ερώτημα για την κυβέρνηση: εάν ο νόμος είναι επαρκής αλλά παρουσιάστηκαν τέτοια προβλήματα στην εφαρμογή του, τότε ποιος είχε την ευθύνη για την εφαρμογή;
Και κυρίως, γιατί ένα εγχείρημα που παρουσιάστηκε ως θεσμικά ώριμο και αυστηρά ελεγχόμενο χρειάστηκε, λίγους μήνες αργότερα, ακυρωτικές αποφάσεις του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου και επανάληψη διαδικασιών;
Νέες άδειες μέσα σε δύο εβδομάδες
Η συνέχεια αποτυπώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο την ταχύτητα με την οποία κινείται πλέον η κυβέρνηση. Στις 28 Αυγούστου, μόλις δεκαπέντε ημέρες μετά τις αποφάσεις του ΣτΕ, το υπουργείο ανακοίνωσε ότι χορηγούνται εκ νέου άδειες εγκατάστασης και λειτουργίας στα παραρτήματα των Πανεπιστημίων Keele και York, έπειτα από επανάληψη της διοικητικής διαδικασίας στο πλαίσιο συμμόρφωσης προς τις αποφάσεις 1167/2026 και 1169/2026.
Η επανέκδοση των αδειών μπορεί ασφαλώς να αποτελεί νόμιμη συνέπεια της θεραπείας των πλημμελειών που διαπίστωσε το Δικαστήριο. Δεν εξαφανίζει, όμως, το προηγούμενο γεγονός: οι αρχικές διοικητικές πράξεις ακυρώθηκαν.
Και εδώ ακριβώς η προσοχή μεταφέρεται από την επικοινωνιακή διαχείριση στο τι προβλέπει ο ίδιος ο νόμος.
Άρθρο 142: Η διάταξη που δεν επιτρέπει εφησυχασμό
Η παράγραφος 5 του άρθρου 142 του ν. 5094/2024 ορίζει ότι:
«Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, αναστέλλεται η δυνατότητα του παραρτήματος – Ν.Π.Π.Ε. να εγγράφει νέους φοιτητές σε πρόγραμμα σπουδών που απώλεσε την πιστοποίησή του από την ΕΘ.Α.Α.Ε.».
Η διατύπωση έχει ιδιαίτερη σημασία. Στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ο νομοθέτης προβλέπει ότι ο υπουργός «δύναται» να αναστείλει προσωρινά τη χορήγηση τίτλων σπουδών. Στην παράγραφο 5, αντιθέτως, αναφέρει ότι με υπουργική απόφαση «αναστέλλεται» η δυνατότητα εγγραφής νέων φοιτητών όταν ένα πρόγραμμα απωλέσει την πιστοποίησή του.
Η διαφορετική νομοθετική διατύπωση παρέχει σοβαρό έρεισμα στην ερμηνεία ότι, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παραγράφου 5, η έκδοση της σχετικής διοικητικής πράξης δεν αποτελεί απλώς πολιτική επιλογή.
Ακριβώς γι’ αυτό απαιτείται εξαιρετική νομική προσοχή: πρέπει να αποσαφηνιστεί για κάθε πρόγραμμα που επηρεάστηκε από τις ακυρωτικές αποφάσεις του ΣτΕ εάν και με ποιον τρόπο ενεργοποιείται η συγκεκριμένη διάταξη. Δεν είναι ασφαλές να ταυτιστεί αυτομάτως η δικαστική ακύρωση μιας απόφασης πιστοποίησης με κάθε έννομη περίπτωση «απώλειας πιστοποίησης» χωρίς εξέταση του σκεπτικού των αποφάσεων, των νέων διοικητικών πράξεων και της ακριβούς νομικής κατάστασης κάθε προγράμματος.
Το πραγματικό διακύβευμα είναι οι φοιτητές
Το άρθρο 142 αποκαλύπτει και κάτι ακόμη. Η επόμενη παράγραφος προβλέπει ότι στις περιπτώσεις των παρ. 4 και 5 το ΝΠΠΕ οφείλει να εξασφαλίσει τη συνέχεια και ολοκλήρωση των σπουδών των ήδη εγγεγραμμένων φοιτητών, είτε στο μητρικό πανεπιστήμιο είτε σε άλλο παράρτημα βάσει σχετικής συμφωνίας.
Ο νομοθέτης, επομένως, είχε προβλέψει εξαρχής ότι μία κρίση αδειοδότησης ή πιστοποίησης μπορεί να δημιουργήσει πραγματικές συνέπειες για τους φοιτητές. Γι’ αυτό ακριβώς η κυβέρνηση δεν έχει την πολυτέλεια μιας ακόμη βιαστικής διοικητικής κίνησης.
Πριν ανοίξουν εγγραφές και πριν οικογένειες καταβάλουν δίδακτρα και οργανώσουν το ακαδημαϊκό μέλλον των παιδιών τους, το Υπουργείο Παιδείας οφείλει να έχει αποσαφηνίσει πλήρως τη νομική κατάσταση κάθε άδειας και κάθε πιστοποίησης προγράμματος σπουδών.
Από την «εμβληματική μεταρρύθμιση» στη διαχείριση των συνεπειών
Η πολιτική αντίφαση είναι πλέον εμφανής. Η κυβέρνηση ξεκίνησε με την εικόνα μιας μεγάλης, ώριμης μεταρρύθμισης. Βρέθηκε στη συνέχεια να εξηγεί ότι οι ακυρώσεις του ΣτΕ αφορούν όχι τον νόμο αλλά την εφαρμογή του και, μέσα σε λίγες ημέρες, να επαναλαμβάνει διαδικασίες και να εκδίδει εκ νέου άδειες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το σύνολο του εγχειρήματος των ΝΠΠΕ έχει ακυρωθεί – κάτι τέτοιο θα ήταν ανακριβές. Σημαίνει όμως ότι η κυβερνητική διαχείριση της εφαρμογής του νόμου έχει ήδη δεχθεί σοβαρό δικαστικό πλήγμα.
Και το επόμενο λάθος μπορεί να είναι πολύ πιο δύσκολο να διορθωθεί. Διότι από τη στιγμή που θα εγγραφούν φοιτητές, θα καταβληθούν δίδακτρα και θα δημιουργηθούν πραγματικές προσδοκίες και έννομες σχέσεις, η υπόθεση παύει να αποτελεί απλώς μια πολιτική αντιπαράθεση για τα «ιδιωτικά πανεπιστήμια».
Γίνεται υπόθεση ασφάλειας δικαίου και προστασίας χιλιάδων οικογενειών.
Η κυβέρνηση, συνεπώς, έχει πλέον μία αυξημένη ευθύνη: να εφαρμόσει μέχρι τελευταίας λέξης τον νόμο που η ίδια ψήφισε και να μελετήσει εξαντλητικά το άρθρο 142 πριν δημιουργηθούν νέα τετελεσμένα. Γιατί μετά τις ακυρώσεις του ΣτΕ, το επιχείρημα της διοικητικής αστοχίας μπορεί να εξηγήσει τι συνέβη την πρώτη φορά. **Δεν μπορεί να αποτελέσει άλλοθι για μία δεύτερη.**
