ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Ανάπτυξη για λίγους: Η Ελλάδα των υψηλών κερδών και των άδειων πορτοφολιών
Έρευνα- Κείμενο: Γαβρής Άγγελος
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη επιμένει να περιγράφει την ελληνική οικονομία μέσα από τους δείκτες της ανάπτυξης, των επενδύσεων και της δημοσιονομικής σταθερότητας. Και πράγματι, η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια, ενώ οι επενδύσεις ενισχύθηκαν σημαντικά, σε μεγάλο βαθμό και μέσω των ευρωπαϊκών πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι εάν παράγεται πλούτος. Είναι ποιος τελικά καρπώνεται το μεγαλύτερο μέρος του και πόσο από αυτή την ανάπτυξη φτάνει στην πραγματική οικονομία των νοικοκυριών. Ο ΟΟΣΑ εξακολουθεί να προβλέπει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης για την Ελλάδα, συνδέοντας σημαντικό μέρος της επενδυτικής δυναμικής με τις εκταμιεύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης.
Η ανάπτυξη που δεν χωρά στο πορτοφόλι της κοινωνίας
Η καθημερινότητα των πολιτών αφηγείται μια διαφορετική ιστορία από εκείνη των μακροοικονομικών μεγεθών. Η περίοδος μετά το 2021 χαρακτηρίστηκε από επίμονες ανατιμήσεις σε τρόφιμα, στέγη, καύσιμα και ενέργεια, με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος των ονομαστικών αυξήσεων στους μισθούς να εξανεμίζεται από το αυξημένο κόστος ζωής.
Ο ΟΟΣΑ αναγνωρίζει ότι οι πραγματικοί μισθοί ανακάμπτουν πλέον στις περισσότερες οικονομίες, αλλά επισημαίνει ότι σε περίπου δύο στις τρεις χώρες του οργανισμού παρέμεναν στις αρχές του 2025 χαμηλότεροι από τα επίπεδα που είχαν πριν από το πληθωριστικό κύμα του 2021.
Αυτό είναι το σημείο που συχνά απουσιάζει από την κυβερνητική αφήγηση. Άλλο αύξηση του ονομαστικού μισθού και άλλο πραγματική αγοραστική δύναμη. Ο εργαζόμενος δεν πληρώνει το σούπερ μάρκετ, το ρεύμα ή το ενοίκιο με ποσοστά αύξησης του ΑΕΠ. Τα πληρώνει με το διαθέσιμο εισόδημά του.
Η Τράπεζα της Ελλάδος κατέγραψε ιστορικά υψηλά περιθωρίων κέρδους
Υπάρχει, όμως, ένα στοιχείο που δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την εικόνα μιας ανάπτυξης που διαχέεται ισόρροπα στην κοινωνία.
Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει καταγράψει ότι οι δείκτες περιθωρίων κέρδους στην ελληνική οικονομία αυξήθηκαν έντονα και έφθασαν σε ιστορικά υψηλά κατά την περίοδο 2021–2022. Η ίδια η κεντρική τράπεζα αποδίδει την εξέλιξη σε έναν συνδυασμό διαταραχών της προσφοράς, αυξημένου ενεργειακού κόστους, ισχυρής μεταπανδημικής ζήτησης και αυξήσεων τιμών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε επιχείρηση κέρδισε το ίδιο ούτε ότι κάθε αύξηση κέρδους συνιστά αισχροκέρδεια. Θα ήταν οικονομικά και νομικά λανθασμένο να γίνει τέτοια γενίκευση.
Σημαίνει, όμως, ότι κατά το αποκορύφωμα της ακρίβειας τα περιθώρια κέρδους αυξάνονταν ταυτόχρονα με την πίεση που υφίσταντο οι καταναλωτές.
Και αυτή είναι μια πολιτική πραγματικότητα που η κυβέρνηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζει σαν να αφορά δύο απολύτως ανεξάρτητους κόσμους.
Η ενέργεια ως χαρακτηριστικό παράδειγμα
Ο ενεργειακός κλάδος αποτελεί το πιο καθαρό παράδειγμα.
Στην κορύφωση της ενεργειακής κρίσης, οι διεθνείς τιμές φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας και πετρελαίου εκτοξεύτηκαν. Μαζί τους αυξήθηκαν δραματικά οι λογαριασμοί των νοικοκυριών και το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων.
Την ίδια περίοδο, συγκεκριμένοι ενεργειακοί κλάδοι εμφάνισαν τόσο υψηλά αποτελέσματα ώστε το ίδιο το κράτος αναγκάστηκε να θεσπίσει ειδικούς μηχανισμούς φορολόγησης των «υπερεσόδων» και των «πλεοναζόντων κερδών».
Για τα διυλιστήρια, το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών επέβαλε έκτακτη συνεισφορά 33% στα κέρδη του 2023 που υπερέβαιναν κατά περισσότερο από 20% τον μέσο όρο των ετών 2018–2021. Η ίδια η κυβερνητική ανακοίνωση μιλά ρητά για «πλεονάζοντα κέρδη».
Άρα, ο όρος δεν αποτελεί αντιπολιτευτική υπερβολή.
Αποτελεί θεσμικό χαρακτηρισμό της ίδιας της Πολιτείας.
Το ερώτημα δεν είναι εάν φορολογήθηκαν – αλλά εάν φορολογήθηκαν αρκετά και εγκαίρως
Η κυβέρνηση μπορεί δικαίως να υποστηρίξει ότι επέβαλε έκτακτες εισφορές. Αυτό είναι γεγονός και πρέπει να αναγνωρίζεται.
Το πραγματικό πολιτικό ερώτημα είναι διαφορετικό: ήταν επαρκής η φορολόγηση σε σχέση με το μέγεθος των έκτακτων αποδόσεων και έγινε αρκετά γρήγορα ώστε να επιστρέψει ουσιαστικό μέρος τους στην κοινωνία;
Η έκτακτη εισφορά 33% δεν εφαρμόζεται στο σύνολο των εταιρικών κερδών, αλλά μόνο στο τμήμα που υπερβαίνει το προβλεπόμενο ιστορικό όριο. Συνεπώς, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το κράτος «πήρε το 33% των υπερκερδών» με την απλουστευμένη έννοια που συχνά χρησιμοποιείται στη δημόσια συζήτηση. Πρόκειται για συγκεκριμένο φορολογικό μηχανισμό με συγκεκριμένη βάση υπολογισμού.
Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται σοβαρή πολιτική συζήτηση για το εάν οι έκτακτες παρεμβάσεις ήταν ανάλογες της έκτασης της κρίσης.
Οι τιμές υποχώρησαν από τα ακραία επίπεδα – δεν επέστρεψαν όμως στο παρελθόν
Η ενεργειακή κρίση δεν βρίσκεται σήμερα στο αποκορύφωμα του 2022. Αυτό επίσης πρέπει να ειπωθεί καθαρά.
Ωστόσο, σύμφωνα με τη Eurostat, οι μέσες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρέμεναν και το δεύτερο εξάμηνο του 2025 σημαντικά υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από την ενεργειακή κρίση του 2022.
Αυτό σημαίνει ότι ο καταναλωτής μπορεί να μην αντιμετωπίζει πλέον το σοκ της πρώτης περιόδου, αλλά ζει μέσα σε μια νέα, ακριβότερη κανονικότητα.
Οι τιμές σταθεροποιήθηκαν σε υψηλότερο σημείο.
Και αυτό έχει μόνιμη επίδραση στο διαθέσιμο εισόδημα.
Ανάπτυξη με κοινωνική ασυμμετρία
Εδώ βρίσκεται το κεντρικό πολιτικό ζήτημα της επταετίας Μητσοτάκη.
Δεν μπορεί κανείς σοβαρά να υποστηρίξει ότι η οικονομία δεν αναπτύχθηκε. Αναπτύχθηκε.
Δεν μπορεί επίσης να υποστηρίξει ότι οι επιχειρήσεις δεν πρέπει να είναι κερδοφόρες. Η κερδοφορία είναι βασική προϋπόθεση επενδύσεων και απασχόλησης.
Το πρόβλημα είναι η ασυμμετρία.
Όταν η ανάπτυξη συνοδεύεται από ιστορικά υψηλά περιθώρια κέρδους σε συγκεκριμένες περιόδους, όταν μεγάλοι όμιλοι αυξάνουν θεαματικά την κερδοφορία τους, όταν στην ενέργεια το ίδιο το κράτος αναγνωρίζει επισήμως πλεονάζοντα κέρδη και, την ίδια στιγμή, τα νοικοκυριά αντιμετωπίζουν επίμονα υψηλές τιμές, τότε δημιουργείται ένα πραγματικό πρόβλημα κατανομής.
Το ερώτημα μετατρέπεται από οικονομικό σε βαθύτατα πολιτικό.
Ποιος ωφελήθηκε περισσότερο από την ανάπτυξη και ποιος πλήρωσε μεγαλύτερο μέρος του κόστους της κρίσης;
Το κράτος δεν είναι ουδέτερος παρατηρητής
Σε αυτή τη συζήτηση, η κυβέρνηση δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως απλός θεατής των διεθνών εξελίξεων.
Πράγματι, η ενεργειακή κρίση δεν δημιουργήθηκε στην Ελλάδα. Ούτε ο πόλεμος στην Ουκρανία, ούτε οι διεθνείς ανατιμήσεις των καυσίμων, ούτε η διαταραχή των εφοδιαστικών αλυσίδων αποτελούν ευθύνη οποιασδήποτε ελληνικής κυβέρνησης.
Η κυβέρνηση, όμως, είναι υπεύθυνη για τον τρόπο με τον οποίο απορροφώνται οι συνέπειες αυτών των κρίσεων στο εσωτερικό της χώρας.
Είναι υπεύθυνη για το φορολογικό πλαίσιο.
Για τους μηχανισμούς εποπτείας της αγοράς.
Για την ένταση του ανταγωνισμού.
Για τον χρόνο επιβολής έκτακτων εισφορών.
Για τον τρόπο με τον οποίο αξιοποιούνται τα δημόσια έσοδα από αυτές τις εισφορές.
Και τελικά για το εάν το κόστος μιας κρίσης κατανέμεται αναλογικά ή μεταφέρεται δυσανάλογα στους πιο αδύναμους.
Οι εταιρείες δεν κατηγορούνται επειδή έχουν κέρδη
Η συζήτηση χρειάζεται και μια σαφή γραμμή νομικής και δημοσιογραφικής ευθύνης.
Το γεγονός ότι μια εταιρεία καταγράφει υψηλά κέρδη δεν αποτελεί ένδειξη παρανομίας. Ούτε μπορεί χωρίς συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία να υποστηριχθεί ότι οι αυξήσεις των τιμών αποτελούν προϊόν συνεννόησης, καρτέλ ή αθέμιτης πρακτικής.
Τέτοιες κρίσεις ανήκουν στις αρμόδιες ανεξάρτητες αρχές και στα δικαστήρια.
Το ζήτημα που μπορεί και πρέπει να τίθεται πολιτικά είναι διαφορετικό: εάν το κράτος διαθέτει επαρκείς μηχανισμούς ώστε οι έκτακτες αποδόσεις που παράγονται μέσα σε μια κρίση να μην μετατρέπονται σε μόνιμη αναδιανομή πλούτου από τα νοικοκυριά προς τους ισχυρότερους οικονομικούς παίκτες.
Αυτό δεν είναι ποινική κατηγορία.
Είναι ο πυρήνας της οικονομικής πολιτικής.
Η Ελλάδα των δύο ταχυτήτων
Έτσι διαμορφώνεται μια εικόνα δύο διαφορετικών πραγματικοτήτων.
Από τη μία, μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι που έχουν πρόσβαση σε κεφάλαια, δημόσιες και ευρωπαϊκές επενδύσεις, διεθνείς αγορές και οικονομίες κλίμακας.
Από την άλλη, ο πολίτης που προσπαθεί να διατηρήσει το πραγματικό του εισόδημα απέναντι στις διαδοχικές ανατιμήσεις.
Η κυβέρνηση μπορεί να εμφανίζει τον ρυθμό ανάπτυξης ως απόδειξη επιτυχίας. Όμως η ποιότητα της ανάπτυξης δεν μετριέται μόνο με το ΑΕΠ.
Μετριέται με το αν ένα νοικοκυριό μπορεί να αποταμιεύσει.
Με το αν μπορεί να πληρώσει το ενοίκιο χωρίς να περικόψει βασικές ανάγκες.
Με το αν ο λογαριασμός του ρεύματος αποτελεί απλή δαπάνη ή μόνιμη πηγή ανασφάλειας.
Με το αν η αύξηση του μισθού υπερβαίνει πραγματικά την αύξηση του κόστους ζωής.
Το δύσκολο ερώτημα για την επταετία Μητσοτάκη
Επτά χρόνια μετά το 2019, το κεντρικό ερώτημα δεν είναι πλέον αν η Ελλάδα επέστρεψε στην ανάπτυξη.
Το ερώτημα είναι τι είδους ανάπτυξη οικοδομήθηκε.
Μια οικονομία μπορεί να εμφανίζει θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης και ταυτόχρονα να παράγει έντονη κοινωνική ανισορροπία.
Μπορεί οι επιχειρηματικοί ισολογισμοί να ενισχύονται και οι πολίτες να αισθάνονται φτωχότεροι.
Μπορούν τα δημόσια έσοδα να αυξάνονται και η καθημερινή οικονομική ασφάλεια των νοικοκυριών να παραμένει εύθραυστη.
Και μπορεί μια κυβέρνηση να έχει επιτύχει μακροοικονομικούς στόχους, αλλά να αποτυγχάνει στη δίκαιη κατανομή των αποτελεσμάτων της ανάπτυξης.
Η πραγματική αποτίμηση της περιόδου Μητσοτάκη θα κριθεί ακριβώς εκεί.
Όχι μόνο στο πόσο μεγάλωσε η οικονομία.
Αλλά στο ποιοι μεγάλωσαν μαζί της και ποιοι έμειναν να πληρώνουν τον λογαριασμό.
