ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Τσίπρας: Στη Θεσσαλονίκη με πρόγραμμα 7,39 δισ. ευρώ – Η «Πατριωτική Εισφορά» και το σχέδιο για την Ελλάδα του 2030
Με ένα οικονομικό πρόγραμμα τετραετίας, το οποίο το επιτελείο του κοστολογεί στα 7,39 δισ. ευρώ, ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί από τη Θεσσαλονίκη να μεταφέρει την πολιτική συζήτηση από τη διαμαρτυρία στην κυβερνητική πρόταση. Στο επίκεντρο της αποψινής ομιλίας του βρίσκονται η ακρίβεια, η ενίσχυση των εισοδημάτων, η φορολογική αναδιανομή, το κοινωνικό κράτος και η παραγωγική ανασυγκρότηση, ενώ ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον συγκεντρώνει η εξαγγελία της λεγόμενης «Πατριωτικής Εισφοράς» για τον μεγάλο πλούτο.
Η ομιλία του πρώην πρωθυπουργού είναι προγραμματισμένη για τις 20:00 στη Θεσσαλονίκη και αποτελεί την πρώτη από τις δύο μεγάλες εμφανίσεις του στην πόλη με φόντο τη ΔΕΘ. Πρόκειται, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά από το επιτελείο του, για την πρώτη ολοκληρωμένη παρουσίαση του οικονομικού σχεδίου με το οποίο επιχειρεί να περιγράψει την πρότασή του για την περίοδο 2027-2030.
«Παράγουμε περισσότερο – Μοιράζουμε δικαιότερα – Ζούμε καλύτερα»
Το σχέδιο παρουσιάζεται υπό τον τίτλο «Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης για την Ελλάδα του 2030» και οικοδομείται πάνω στο τρίπτυχο «Παράγουμε περισσότερο – Μοιράζουμε δικαιότερα – Ζούμε καλύτερα».
Η επιλογή των τριών αξόνων αποτυπώνει και το πολιτικό στίγμα που επιχειρεί να εκπέμψει ο Αλέξης Τσίπρας: αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου και αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών. Το κρίσιμο στοίχημα είναι να παρουσιαστεί ένα σχέδιο που δεν θα περιορίζεται σε αποσπασματικές παροχές, αλλά θα διεκδικεί χαρακτηριστικά συνεκτικής κυβερνητικής πρότασης.
Πρόγραμμα 7,39 δισ. ευρώ με ορίζοντα τετραετίας
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει το οικονομικό επιτελείο του, το μικτό κόστος των μέτρων ανέρχεται σε 7,39 δισ. ευρώ για την τετραετία 2027-2030.
Το ίδιο σχέδιο προβλέπει μόνιμα νέα έσοδα 1,92 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα η καθαρή δημοσιονομική επιβάρυνση να υπολογίζεται στα 5,47 δισ. ευρώ. Ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος εκτιμάται, κατά τους συντάκτες του προγράμματος, στα 5,60 δισ. ευρώ, κάτι που χρησιμοποιείται ως βασικό επιχείρημα για τη χρηματοδοτική επάρκεια του σχεδίου.
Κεντρική δημοσιονομική αρχή που προβάλλεται είναι ότι καμία μόνιμη δαπάνη δεν θα θεσμοθετείται χωρίς αντίστοιχη μόνιμη πηγή χρηματοδότησης. Πρόκειται για σημείο με ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς η πλευρά Τσίπρα επιχειρεί να προλάβει την κυβερνητική κριτική περί «παροχολογίας» και να μεταφέρει την αντιπαράθεση στο πεδίο της κοστολόγησης και των διαφορετικών επιλογών κατανομής των δημόσιων πόρων.
Η «Πατριωτική Εισφορά» και η αναδιανομή των φορολογικών βαρών
Το μέτρο που αναμένεται να προκαλέσει τη μεγαλύτερη συζήτηση είναι η αποκαλούμενη «Πατριωτική Εισφορά», η οποία, σύμφωνα με τον σχεδιασμό που έχει δημοσιοποιηθεί, δεν συνυπολογίζεται στους παραπάνω διαθέσιμους πόρους.
Η πολιτική φιλοσοφία της πρότασης είναι σαφής: ελάφρυνση των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων και μεγαλύτερη συμμετοχή του μεγάλου πλούτου στα φορολογικά βάρη. Το επιτελείο Τσίπρα υποστηρίζει ότι η παρέμβαση μπορεί να σχεδιαστεί χωρίς να λειτουργήσει ανασταλτικά για την παραγωγική δραστηριότητα και τις επενδύσεις.
Οι λεπτομέρειες, πάντως, θα είναι καθοριστικές. Το ποιοι ακριβώς θα επιβαρυνθούν, ποια θα είναι τα εισοδηματικά ή περιουσιακά όρια και ποια έσοδα εκτιμάται ότι μπορεί να αποφέρει η εισφορά είναι τα στοιχεία από τα οποία θα κριθεί τόσο η δημοσιονομική αποτελεσματικότητα όσο και η κοινωνική στόχευση του μέτρου.
Ακρίβεια και αγοραστική δύναμη στην πρώτη γραμμή
Στην κορυφή της οικονομικής ατζέντας τοποθετείται η αντιμετώπιση της ακρίβειας και της πίεσης που δέχονται τα πραγματικά εισοδήματα. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει παρεμβάσεις στη φορολογία, στο διαθέσιμο εισόδημα, στη στεγαστική πολιτική, στο κοινωνικό κράτος και στην αγορά ενέργειας.
Η επιλογή δεν είναι τυχαία. Η καθημερινότητα των νοικοκυριών και το πραγματικό κόστος ζωής αποτελούν ένα από τα βασικά πεδία πολιτικής αντιπαράθεσης και ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να συνδέσει την οικονομική του πρόταση με ένα ευρύτερο αφήγημα κοινωνικής αναδιανομής, απέναντι σε ένα μοντέλο ανάπτυξης που, κατά την αντιπολιτευτική κριτική, δεν μεταφράζεται με τον ίδιο τρόπο σε βελτίωση της καθημερινότητας για όλα τα κοινωνικά στρώματα.
Μικρομεσαίοι, βιομηχανία και νέο παραγωγικό μοντέλο
Ξεχωριστή θέση στο «Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης» καταλαμβάνει η στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, παράλληλα με την προσπάθεια ενίσχυσης της βιομηχανίας, της μεταποίησης, της αγροτικής παραγωγής και της καινοτομίας.
Εδώ βρίσκεται ίσως και η δυσκολότερη πλευρά της πρότασης. Η συζήτηση για την ελληνική οικονομία δεν εξαντλείται στη διανομή του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου. Αφορά πρωτίστως τη δυνατότητα της χώρας να παράγει περισσότερο και με υψηλότερη προστιθέμενη αξία, να αυξάνει την παραγωγικότητα και να δημιουργεί καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό που παρουσιάζεται, τα μέτρα θα εισάγονται σταδιακά, θα αξιολογούνται πριν από την επέκτασή τους και θα επανεξετάζονται σε ετήσια βάση. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη επιχειρεί να προσδώσει στο πρόγραμμα χαρακτήρα δημοσιονομικά ελεγχόμενης εφαρμογής και όχι μιας εφάπαξ δέσμης εξαγγελιών.
Από την επιστροφή Τσίπρα στη διεκδίκηση κυβερνητικής προοπτικής
Η πολιτική σημασία της αποψινής παρουσίας στη Θεσσαλονίκη υπερβαίνει τα επιμέρους οικονομικά μέτρα. Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί πλέον να εμφανιστεί με σαφές κυβερνητικό περίγραμμα, μετατρέποντας την πολιτική του επανεμφάνιση σε πρόταση εξουσίας με συγκεκριμένο οικονομικό και κοινωνικό περιεχόμενο.
Η επιλογή ενός τετραετούς, κοστολογημένου προγράμματος δείχνει ότι το επιτελείο του επιδιώκει να ανοίξει μια διαφορετική συζήτηση: όχι μόνο για τη φθορά της σημερινής κυβέρνησης, αλλά για το ποια οικονομική πολιτική μπορεί να την αντικαταστήσει και με ποιες κοινωνικές συμμαχίες.
Η Θεσσαλονίκη μετατρέπεται έτσι σε αφετηρία μιας κρίσιμης πολιτικής δοκιμασίας. Για τον Αλέξη Τσίπρα, το ζητούμενο δεν είναι πλέον απλώς να καταγράψει παρουσία στον προοδευτικό χώρο, αλλά να αποδείξει ότι μπορεί να συγκροτήσει πειστική εναλλακτική κυβερνητική πρόταση. Και για την κυβέρνηση, η εμφάνιση ενός κοστολογημένου ανταγωνιστικού σχεδίου σημαίνει ότι η αντιπαράθεση μπορεί να μετακινηθεί σε ένα δυσκολότερο πεδίο: ποιος πληρώνει, ποιος ωφελείται και τελικά ποιο μοντέλο ανάπτυξης και κοινωνικής δικαιοσύνης προτείνεται για την Ελλάδα μετά το 2027.
