ΔΙΕΘΝΗ
Η σουηδική Αριστερά μπροστά στην ευθύνη της προοδευτικής διακυβέρνησης
Είναι αδιανόητο, ο κατακερματισμός της κεντροαριστεράς, να δίνει ψήφο εμπιστοσύνης στην δεξιά και την ακροδεξιά
Η επιστροφή της εντολής από τη Μαγκνταλένα Άντερσον αναδεικνύει το κόστος των κομματικών χειρισμών και την ανάγκη συμφωνίας για κυβερνητική αλλαγή
Σε κρίσιμη δοκιμασία για τη σουηδική Αριστερά εξελίσσεται η προσπάθεια σχηματισμού προοδευτικής κυβέρνησης. Η Μαγκνταλένα Άντερσον επέστρεψε τη Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου τη διερευνητική εντολή, δέκα ημέρες αφότου την είχε αναλάβει, αφήνοντας ανολοκλήρωτη την κυβερνητική αλλαγή που επέτρεψε το εκλογικό αποτέλεσμα. Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον η ευθύνη των κομμάτων να μετατρέψουν την κοινοβουλευτική τους δύναμη σε συμφωνία διακυβέρνησης.
Οι αριθμοί δείχνουν ότι η δυνατότητα υπάρχει. Σοσιαλδημοκράτες, Κόμμα της Αριστεράς, Πράσινοι και Κέντρο διαθέτουν συνολικά 176 από τις 349 έδρες, έναντι 173 του δεξιού μπλοκ. Η Αριστερά, με 8,40% και 30 βουλευτές, αποτελεί αναγκαίο μέρος αυτής της συγκεκριμένης πλειοψηφίας. Η εκλογική της ισχύς συνοδεύεται, επομένως, από ουσιαστική ευθύνη για την έκβαση των διαπραγματεύσεων.
Η επιλογή Νορλέν και η ρήξη εμπιστοσύνης
Η σύγκρουση κορυφώθηκε όταν το κόμμα της Νούσι Νταντγκοστάρ επέλεξε να στηρίξει για πρόεδρο της Βουλής τον Αντρέας Νορλέν, προερχόμενο από τους συντηρητικούς Μετριοπαθείς. Η Άντερσον επικαλέστηκε αυτή την απόφαση, μαζί με την πορεία των συνομιλιών, για να δηλώσει ότι δεν υπάρχουν επί του παρόντος προϋποθέσεις σχηματισμού κυβέρνησης υπό την ηγεσία της.
Η αντίδραση των πιθανών εταίρων ήταν έντονη. Η επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας των Σοσιαλδημοκρατών, Λένα Χάλενγκρεν, χαρακτήρισε την επιλογή προδοσία απέναντι στους ψηφοφόρους που ζήτησαν αλλαγή. Οι Πράσινοι εξέφρασαν απογοήτευση και προειδοποίησαν για το πλήγμα στην αμοιβαία εμπιστοσύνη. Πρόκειται για τις πολιτικές εκτιμήσεις των δύο κομμάτων, οι οποίες αποτυπώνουν το βάθος της ρήξης.
Η Αριστερά παρουσιάζει διαφορετική εξήγηση. Η αντιπρόεδρός της, Ίντα Γκάμπριελσον, υποστήριξε ότι ο Νορλέν επιλέχθηκε λόγω εμπειρίας και ικανότητας διαχείρισης μιας δύσκολης κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Η Νταντγκοστάρ επανέλαβε ότι η Άντερσον παραμένει η υποψήφιά της για την πρωθυπουργία. Από τις δηλώσεις αυτές δεν προκύπτει στήριξη σε δεξιά κυβέρνηση. Προκύπτει, όμως, μια απόσταση ανάμεσα στον διακηρυγμένο στόχο της συνεργασίας και στην εμπιστοσύνη που απαιτείται για να επιτευχθεί.
Το πραγματικό αδιέξοδο ανάμεσα σε Αριστερά και Κέντρο
Το βαθύτερο αδιέξοδο προϋπήρχε της εκλογής προέδρου. Η Αριστερά απαιτεί να συμμετέχει στην κυβέρνηση που θα στηρίξει, ενώ το Κέντρο απορρίπτει τη συμμετοχή σε κοινό υπουργικό συμβούλιο μαζί της. Οι δύο θέσεις είχαν διατυπωθεί ήδη στις 18 Σεπτεμβρίου. Η ψηφοφορία για τον Νορλέν επιβάρυνε, συνεπώς, μια συνεργασία που δεν είχε ακόμη αποκτήσει συμφωνημένη βάση.
Σε επίπεδο πολιτικής ευθύνης, η διεκδίκηση κυβερνητικής συμμετοχής είναι θεμιτή. Οι ψηφοφόροι της Αριστεράς δικαιούνται να βλέπουν τις προτεραιότητές τους να επηρεάζουν την πολιτική που θα ασκηθεί. Η διεκδίκηση αυτή χρειάζεται, ωστόσο, να συνοδεύεται από διαπραγματευτική ευελιξία και συγκεκριμένες προτάσεις συμβιβασμού. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος το αίτημα ισχυρότερης προοδευτικής επιρροής να καταλήξει σε αδυναμία άσκησης οποιασδήποτε τέτοιας επιρροής.
Η ευθύνη της Αριστεράς είναι ιδιαίτερα σημαντική επειδή οι αποφάσεις της επηρεάζουν άμεσα τη βιωσιμότητα της πλειοψηφίας. Η προστασία του κοινωνικού κράτους, η στέγη και τα εργασιακά δικαιώματα μπορούν να αποτελέσουν πεδία συγκεκριμένων προγραμματικών δεσμεύσεων. Σε μια τέτοια διαπραγμάτευση θα κρινόταν ουσιαστικά η επιρροή της. Η παρατεταμένη αντιπαράθεση για τους όρους συμμετοχής αφήνει αυτές τις δυνατότητες ανεκμετάλλευτες.
Το άνοιγμα Γκάμπριελσον και η ευθύνη του Κέντρου
Ένα περιθώριο συνεννόησης διαφάνηκε το βράδυ της Δευτέρας, όταν η Γκάμπριελσον πρότεινε να συμμετάσχει και το Κέντρο με υπουργούς σε μια κοινή κυβέρνηση. Η πρόταση διατηρεί ανοιχτό τον διάλογο, χωρίς να αίρει τον βασικό όρο της Αριστεράς για δική της κυβερνητική παρουσία. Η αξία της θα κριθεί από το αν μπορεί να οδηγήσει σε πραγματικές διαπραγματεύσεις.
Η ευθύνη για την άρση του αδιεξόδου αφορά και το Κέντρο. Η άρνησή του να συγκυβερνήσει με την Αριστερά περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές της Άντερσον. Αν επιδιώκει μια κυβέρνηση υπό σοσιαλδημοκρατική ηγεσία, οφείλει και το ίδιο να εξηγήσει πώς μπορεί να εξασφαλιστεί η αναγκαία κοινοβουλευτική στήριξη. Οι Σοσιαλδημοκράτες, ως μεγαλύτερη δύναμη του συγκεκριμένου χώρου, έχουν αντίστοιχα την ευθύνη να οργανώσουν τη διαπραγμάτευση και να προτείνουν κοινό πλαίσιο.
Ο πολιτικός χώρος που ανοίγει για τη Δεξιά
Η παρατεταμένη αποτυχία συνεννόησης δίνει πολιτικό χώρο στον Ουλφ Κρίστερσον, ο οποίος παραμένει επικεφαλής της υπηρεσιακής κυβέρνησης και έχει δηλώσει διαθέσιμος να διερευνήσει συνεργασίες μεταξύ μη σοσιαλιστικών κομμάτων. Και το δικό του μπλοκ, πάντως, δυσκολεύεται να εξασφαλίσει πλειοψηφία, καθώς το Κέντρο αντιτίθεται σε κυβέρνηση με συμμετοχή των ακροδεξιών Σουηδών Δημοκρατών.
Ο πρόεδρος της Βουλής έχει προγραμματίσει νέο γύρο διαβουλεύσεων για την Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου. Για την Αριστερά, η επόμενη φάση αποτελεί ευκαιρία να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη και να καταθέσει εφαρμόσιμη πρόταση συμφωνίας. Όσο παραμένει ανοιχτή η δυνατότητα προοδευτικής διακυβέρνησης, οι χειρισμοί κάθε κόμματος θα κρίνονται και από το αν βοηθούν αυτή τη δυνατότητα να γίνει κυβέρνηση.
