ΓΝΩΜΕΣ
Πολιτικές «μεταγραφές»: Όταν τα κόμματα μετρούν στελέχη και η κοινωνία μετρά λόγους για να τους γυρίσει την πλάτη
Η πραγματική πολιτική διεύρυνση συμβαίνει όταν ένα κόμμα κατορθώνει να κινητοποιήσει ανθρώπους που προηγουμένως δεν το άκουγαν, να συνομιλήσει με κοινωνικές ομάδες που είχαν απομακρυνθεί από αυτό και να δημιουργήσει μια νέα κοινωνική συμμαχία γύρω από συγκεκριμένες ιδέες.
Γράφει ο Γαβρής Άγγελος
ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ έχουν κατά καιρούς υποδεχθεί στελέχη άλλων πολιτικών χώρων. Η ιστορία είναι αρκετά μεγάλη ώστε κανείς να μη δικαιούται να εμφανίζεται ως «αθώος». Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος κέρδισε τη μεταγραφική περίοδο, αλλά ποιος μπορεί να ξαναφέρει την κοινωνία στην πολιτική.
Ο κομματικός πολιτικός χώρος στην Ελλάδα έχει μία αξιοσημείωτη ικανότητα: να ξεχνά πολύ γρήγορα το δικό του παρελθόν όταν έρχεται η ώρα να καταγγείλει το παρελθόν του αντιπάλου.
Το βλέπουμε ξανά με τη συζήτηση για τις περιβόητες πολιτικές «μεταγραφές».
Ποιος έφυγε. Από πού έφυγε. Πού πήγε. Ποιος τον υποδέχθηκε. Ποιος «αλλοίωσε» την πολιτική του ταυτότητα και ποιος δικαιούται να εμφανίζεται ως θεματοφύλακας της κομματικής συνέπειας.
Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα: η πολιτική ιστορία των τελευταίων δεκαετιών δεν επιτρέπει σχεδόν σε κανέναν από τους μεγάλους πολιτικούς χώρους να κουνά το δάχτυλο στον άλλον.
Οι «μεταγραφές» δεν ξεκίνησαν χθες
Οι μετακινήσεις πολιτικών προσώπων δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Ούτε αποτελούν αποκλειστική παθογένεια ενός συγκεκριμένου κόμματος.
Υπήρξαν μετακινήσεις από το ΠΑΣΟΚ προς τον ΣΥΡΙΖΑ, ιδιαίτερα την περίοδο κατά την οποία ο τελευταίος μετατράπηκε από μικρό κόμμα της Αριστεράς σε βασικό κυβερνητικό πόλο.
Υπήρξαν μετακινήσεις από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ και της Κεντροαριστεράς προς τη Νέα Δημοκρατία, ακόμη και με την ανάληψη σημαντικών κυβερνητικών θέσεων.
Υπήρξαν μετακινήσεις ανθρώπων που προέρχονταν από τη Νέα Δημοκρατία προς τον ΣΥΡΙΖΑ ή προς κυβερνητικές συνεργασίες μαζί του.
Υπήρξαν αποχωρήσεις, επιστροφές, διασπάσεις, επανεντάξεις και νέες κομματικές διαδρομές.
Και σήμερα βλέπουμε ξανά την ίδια διαδικασία, απλώς με διαφορετική φορά.
Αυτοί που κάποτε έχαναν στελέχη σήμερα αποκτούν. Αυτοί που κάποτε πανηγύριζαν για τη «διεύρυνσή» τους σήμερα καταγγέλλουν τις «μεταγραφές» των άλλων.
Ο κύκλος επαναλαμβάνεται.
Το ΠΑΣΟΚ υπήρξε για χρόνια η μεγάλη «δεξαμενή»
Η οικονομική και πολιτική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας προκάλεσε μια ιστορική ανατροπή των συσχετισμών.
Το ΠΑΣΟΚ, από κυρίαρχος κυβερνητικός πόλος, συρρικνώθηκε δραματικά. Μαζί με τους ψηφοφόρους του μετακινήθηκε και ένα σημαντικό τμήμα του στελεχιακού του δυναμικού.
Πρόσωπα με μακρά προηγούμενη διαδρομή στο ΠΑΣΟΚ βρέθηκαν στον ΣΥΡΙΖΑ, στα ψηφοδέλτιά του, στα κομματικά του όργανα ή ακόμη και σε κυβερνητικές θέσεις.
Την ίδια ώρα, η Νέα Δημοκρατία διεύρυνε τη δική της πολιτική και κυβερνητική περίμετρο εντάσσοντας ανθρώπους που προέρχονταν από το ΠΑΣΟΚ και την ευρύτερη Κεντροαριστερά.
Δεν πρόκειται για πολιτική ερμηνεία. Πρόκειται για καταγεγραμμένη ιστορική πραγματικότητα.
Επομένως, όταν σήμερα επιχειρείται να παρουσιαστεί η μετακίνηση στελεχών περίπου ως ηθικό αμάρτημα ενός συγκεκριμένου πολιτικού χώρου, η συλλογική μνήμη οφείλει να λειτουργεί.
Γιατί διαφορετικά η συζήτηση καταλήγει σε πολιτικό θέατρο.
Σήμερα άλλαξε απλώς η φορά
Το ενδιαφέρον είναι ότι η φορά των μετακινήσεων αλλάζει ανάλογα με τους πολιτικούς συσχετισμούς.
Σήμερα το ΠΑΣΟΚ, για παράδειγμα, επιχειρεί τη δική του πολιτική και οργανωτική διεύρυνση, προσεγγίζοντας ανθρώπους που έχουν διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες ή πέρασαν τα προηγούμενα χρόνια από άλλους σχηματισμούς.
Παράλληλα, στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο βρίσκεται σε εξέλιξη μια νέα περίοδος ανακατατάξεων, με πρόσωπα να μετακινούνται μεταξύ διαφορετικών κομματικών σχηματισμών.
Δεν ανακαλύφθηκε λοιπόν κάποια καινούργια πολιτική πρακτική.
Άλλαξε απλώς ο αποστολέας και ο παραλήπτης.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η υποκρισία που πρέπει να αποφεύγεται: αυτό που χθες ένα κόμμα ονόμαζε «διεύρυνση», δεν μπορεί αυτομάτως να μετατρέπεται σε «αποστασία» όταν το κάνει ο αντίπαλός του.
Άλλο πολιτική διεύρυνση και άλλο άθροισμα ονομάτων
Υπάρχει όμως μια πολύ ουσιαστικότερη συζήτηση.
Ένα κόμμα μπορεί να μαζέψει δέκα, είκοσι ή πενήντα γνωστά πολιτικά ονόματα και να μην έχει μετακινήσει ούτε ένα εκατοστό την κοινωνία.
Γιατί τα πολιτικά στελέχη δεν κουβαλούν στις αποσκευές τους ψηφοφόρους.
Ούτε η ανακοίνωση μιας προσχώρησης αποτελεί αυτομάτως απόδειξη πολιτικού ρεύματος.
Η πραγματική πολιτική διεύρυνση συμβαίνει όταν ένα κόμμα κατορθώνει να κινητοποιήσει ανθρώπους που προηγουμένως δεν το άκουγαν, να συνομιλήσει με κοινωνικές ομάδες που είχαν απομακρυνθεί από αυτό και να δημιουργήσει μια νέα κοινωνική συμμαχία γύρω από συγκεκριμένες ιδέες.
Όλα τα υπόλοιπα μπορεί να έχουν επικοινωνιακή σημασία.
Δεν αποτελούν αναγκαστικά πολιτική αλλαγή.
Η κοινωνία δεν παρακολουθεί Football Manager
Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της συζήτησης.
Την ώρα που σημαντικό μέρος του πολιτικού συστήματος αναλύει ποιος πήρε ποιον, εκατομμύρια πολίτες ενδιαφέρονται για εντελώς διαφορετικά πράγματα.
Για την ακρίβεια.
Για το ενοίκιο.
Για τον μισθό.
Για το αν το παιδί τους μπορεί να σπουδάσει.
Για το αν μπορούν να βρουν γιατρό στο δημόσιο νοσοκομείο.
Για το αν θα έχουν αξιοπρεπή σύνταξη.
Για το αν λειτουργούν οι θεσμοί.
Για το αν υπάρχει πραγματική προοπτική για τη ζωή τους.
Και το πολιτικό σύστημα πολλές φορές απαντά σε αυτή την κοινωνική αγωνία συζητώντας ποιο πρώην στέλεχος του ενός κόμματος φωτογραφήθηκε με τον αρχηγό του άλλου.
Εάν θέλαμε να αξιολογούμε την πολιτική με βάση το ποιος έκανε την καλύτερη μεταγραφική περίοδο, θα συνεχίζαμε να παίζουμε Football Manager.
Η δημοκρατία όμως δεν είναι παιχνίδι διαχείρισης ρόστερ.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι η κρίση αντιπροσώπευσης
Το βαθύτερο ζήτημα βρίσκεται αλλού.
Η ελληνική κοινωνία έχει περάσει μια μακρά περίοδο απομάκρυνσης από την οργανωμένη κομματική πολιτική. Η δυσπιστία απέναντι στα κόμματα και στους πολιτικούς θεσμούς δεν γεννήθηκε χθες ούτε εξηγείται από έναν μόνο παράγοντα.
Οικονομική κρίση, μνημόνια, κοινωνικές ανισότητες, σκάνδαλα, προβλήματα θεσμικής εμπιστοσύνης, απογοήτευση από κυβερνήσεις και αντιπολιτεύσεις, αίσθηση αναποτελεσματικότητας: όλα έχουν συμβάλει.
Θα ήταν αυθαίρετο να υποστηρίξει κανείς ότι οι «μεταγραφές» προκάλεσαν αυτή την αποξένωση.
Υπάρχει όμως ένα εύλογο ερώτημα:
Όταν ένας πολίτης που ήδη δυσπιστεί απέναντι στα κόμματα βλέπει τα ίδια πρόσωπα να μετακινούνται από σχηματισμό σε σχηματισμό, χωρίς σαφή πολιτική εξήγηση, τι ακριβώς συμπέρασμα καλείται να βγάλει;
Ότι μετακινήθηκαν οι ιδέες;
Ή ότι μετακινήθηκαν οι καρέκλες;
Και κάπως έτσι αναζητούνται «αποκόμματα»
Εδώ εμφανίζεται ένα ακόμη σοβαρότερο πρόβλημα.
Όταν οι παραδοσιακοί πολιτικοί σχηματισμοί αδυνατούν να δημιουργήσουν ισχυρή σχέση εμπιστοσύνης με την κοινωνία, δημιουργείται χώρος για προσωποπαγή σχήματα, πολιτικές εκφράσεις διαμαρτυρίας και κάθε είδους νέες εκλογικές κατασκευές.
Η κοινωνία δεν εγκαταλείπει την παραδοσιακή πολιτική επειδή ξαφνικά ερωτεύτηκε το περιθώριο.
Συχνά αναζητά αλλού αυτό που αισθάνεται ότι δεν βρίσκει πλέον στα καθιερωμένα κόμματα.
Εκπροσώπηση.
Αξιοπιστία.
Αλλαγή.
Μια αίσθηση ότι κάποιος ακούει.
Και όταν τα κόμματα δεν προσφέρουν πολιτικό αποκούμπι, ο πολίτης μπορεί να αναζητήσει απάντηση ακόμη και σε πολιτικά «αποκόμματα».
Αυτό θα έπρεπε να ανησυχεί πολύ περισσότερο τις ηγεσίες από οποιαδήποτε μεταγραφή στελέχους.
Υπάρχει όμως μία απαραίτητη διευκρίνιση
Δεν είναι όλες οι πολιτικές μετακινήσεις ίδιες.
Και εδώ πρέπει να είμαστε δίκαιοι.
Ένας πολιτικός δεν είναι υποχρεωμένος να παραμείνει ισόβια στο ίδιο κόμμα.
Τα κόμματα αλλάζουν. Οι ηγεσίες αλλάζουν. Τα προγράμματα αλλάζουν. Οι ιστορικές συνθήκες αλλάζουν. Και φυσικά μπορούν να αλλάξουν και οι απόψεις ενός ανθρώπου.
Υπάρχουν επομένως μετακινήσεις που μπορούν να έχουν πραγματικό πολιτικό περιεχόμενο.
Το κριτήριο είναι απλό:
Γιατί φεύγεις;
Γιατί πηγαίνεις εκεί;
Σε ποιες πολιτικές θέσεις συμφωνείς;
Σε ποιες διαφωνούσες προηγουμένως;
Τι άλλαξε;
Τι πολιτικό σχέδιο υπηρετεί αυτή η επιλογή;
Εάν υπάρχουν πειστικές απαντήσεις, τότε δεν μιλάμε αναγκαστικά για «μεταγραφή». Μπορεί να μιλάμε για πολιτική σύγκλιση ή πραγματική αναδιάταξη πολιτικών δυνάμεων.
Πολιτική προσχώρηση ή διαχείριση καριέρας;
Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική διαχωριστική γραμμή.
Άλλο να λες:
«Μετακινούμαι γιατί θεωρώ ότι αυτό το πολιτικό σχέδιο εκφράζει πλέον καλύτερα τις ιδέες που υποστηρίζω».
Και άλλο να αλλάζει κάποιος κόμμα χωρίς πολιτική εξήγηση, λίγο πριν από τις εκλογές, αναζητώντας απλώς μια ασφαλέστερη θέση σε ψηφοδέλτιο.
Η πρώτη περίπτωση μπορεί να είναι απολύτως θεμιτή πολιτικά.
Η δεύτερη δικαιολογημένα δημιουργεί ερωτήματα.
Και αυτό ακριβώς πρέπει να εξετάζει η δημοσιογραφία.
Όχι «από ποιο κόμμα προέρχεται;», αλλά:
«Γιατί άλλαξε πολιτική στέγη και τι ακριβώς άλλαξε στις θέσεις του;»
Αυτό είναι πολιτικό ρεπορτάζ.
Το άλλο είναι μεταγραφικό δελτίο.
Το ερώτημα δεν είναι ποιος πήρε περισσότερους – Είναι ποιος έφερε περισσότερους στην πολιτική
Κάπως έτσι φτάνουμε στο ουσιαστικό.
Η πολιτική επιτυχία ενός κόμματος δεν μπορεί να μετριέται από το πόσους πρώην βουλευτές, υπουργούς, υποψήφιους και κομματικούς παράγοντες συγκέντρωσε.
Το πραγματικό μέτρο είναι άλλο.
Πόσους πολίτες έκανε να ενδιαφερθούν ξανά;
Πόσους νέους έφερε στην πολιτική;
Πόσους ανθρώπους που απείχαν έπεισε να συμμετάσχουν;
Πόσους εργαζόμενους, επαγγελματίες, επιστήμονες, ανθρώπους της παραγωγής, νέους γονείς και ανθρώπους που αισθάνονται ότι δεν εκπροσωπούνται κατάφερε να ακούσει;
Ποια κοινωνική συμμαχία δημιούργησε;
Ποιο πολιτικό όραμα παρουσίασε;
Και κυρίως: ποιες συγκεκριμένες θέσεις έβαλε στο τραπέζι για τη χώρα;
Αυτό είναι πολιτική διεύρυνση.
Τα υπόλοιπα είναι αριθμητική στελεχών.
Πριν από το επόμενο κούνημα του δαχτύλου, ένας καθρέφτης
Η ελληνική πολιτική ιστορία είναι αρκετά πλούσια.
Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ, σε διαφορετικές περιόδους και με διαφορετικούς τρόπους, έχουν υποδεχθεί πρόσωπα που προέρχονταν από άλλους πολιτικούς χώρους.
Άλλοτε αυτές οι μετακινήσεις είχαν σαφές πολιτικό υπόβαθρο.
Άλλοτε περισσότερο εκλογικό.
Άλλοτε αποδείχθηκαν σημαντικές.
Άλλοτε ξεχάστηκαν γρήγορα.
Γι’ αυτό η προσπάθεια οποιουδήποτε κόμματος να εμφανιστεί σήμερα ως τιμητής της κομματικής καθαρότητας κινδυνεύει περισσότερο να προκαλέσει ειρωνικά χαμόγελα παρά πολιτικό αποτέλεσμα.
Η κοινωνία έχει πολύ σοβαρότερα πράγματα να συζητήσει.
Και το πολιτικό σύστημα έχει ένα πολύ μεγαλύτερο στοίχημα από το να κερδίσει το πρωτάθλημα των μεταγραφών:
να ξανακερδίσει την κοινωνία.
Ηρεμήστε, λοιπόν, λίγο με το πόσα στελέχη έφυγαν, από πού έφυγαν και πού πήγαν.
Δεν παίζουμε Football Manager.
Και πριν από το επόμενο «εσείς πήρατε τους δικούς μας», λίγη ψυχραιμία και ένας καθρέφτης δεν έβλαψαν ποτέ κανέναν.
