Connect with us

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Όταν Σοσιαλιστές, Αριστερά και Πράσινοι συγκρούονται, η Δεξιά και η Ακροδεξιά βρίσκει ευκαιρίες – 7 Ευρωπαϊκά παραδείγματα που η Ελλάδα ΔΕΝ πρέπει να ακολουθήσει

Ύστερα από επτά και πλέον χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πολιτική αντίφαση που δύσκολα μπορεί να περάσει απαρατήρητη.

Published

on

Γράφει ο Γαβρής Αγγελος

Επτά ευρωπαϊκές περιπτώσεις αποτυπώνουν το πολιτικό κόστος των συγκρούσεων στον προοδευτικό χώρο. Από τη Γερμανία και την Ιταλία μέχρι την Ισπανία, τη Σουηδία και τη Γαλλία, η αδυναμία συνεννόησης συνέβαλε, υπό διαφορετικές συνθήκες, στην ενίσχυση συντηρητικών και ακροδεξιών δυνάμεων.

Την ώρα που η κυβερνητική οικονομική πολιτική δέχεται έντονη κριτική για το κόστος ζωής, τις κοινωνικές ανισότητες, τη στεγαστική κρίση και τις επιλογές που ευνοούν ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, οι δυνάμεις της Κεντροαριστεράς, της Αριστεράς και της πολιτικής οικολογίας εξακολουθούν να αναλώνονται σε μια διαρκή πολιτική «ξιφομαχία».

ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά και ευρύτερες προοδευτικές δυνάμεις εμφανίζονται συχνά περισσότερο απασχολημένες με τις μεταξύ τους διαφορές παρά με τη διαμόρφωση ενός κοινού πολιτικού πλαισίου απέναντι στη συντηρητική διακυβέρνηση. Οι διαφορές αυτές είναι πραγματικές και σε αρκετές περιπτώσεις ουσιαστικές. Ωστόσο, η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι η αδυναμία συνεννόησης μεταξύ συγγενών πολιτικών χώρων μπορεί να έχει συνέπειες που υπερβαίνουν κατά πολύ τους εσωκομματικούς ή διακομματικούς συσχετισμούς.

Advertisement

Η ιστορία της ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας είναι γεμάτη από τέτοιες περιπτώσεις. Σοσιαλιστικά κόμματα συγκρούστηκαν με τη ριζοσπαστική Αριστερά, οι Πράσινοι απομακρύνθηκαν από παραδοσιακούς συμμάχους, κυβερνητικές συνεργασίες κατέρρευσαν και εκλογικές συμφωνίες δεν επιτεύχθηκαν. Σε ορισμένες περιπτώσεις η Δεξιά ανέλαβε την εξουσία. Σε άλλες, η Ακροδεξιά ενισχύθηκε θεαματικά.

Δεν πρόκειται για έναν αυτόματο ιστορικό κανόνα. Πρόκειται, όμως, για μια σειρά πολιτικών προηγουμένων που αξίζει να εξεταστούν, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η συζήτηση για το μέλλον της προοδευτικής παράταξης στην Ελλάδα παραμένει ανοικτή.

Γερμανία 2005: Η Αριστερά διέθετε τις έδρες, αλλά η Μέρκελ πήρε την καγκελαρία

Στη Γερμανία, η σύγκρουση ανάμεσα στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) και τις δυνάμεις που συγκρότησαν τη νέα Αριστερά συνδέθηκε άμεσα με τις μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης Γκέρχαρντ Σρέντερ. Η περιβόητη Agenda 2010, με αλλαγές στην αγορά εργασίας και στο κοινωνικό κράτος, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό της Σοσιαλδημοκρατίας και στον συνδικαλιστικό χώρο.

Advertisement

Στις εκλογές του 2005, το SPD συγκέντρωσε 34,2%, οι Πράσινοι 8,1% και η Αριστερά 8,7%. Τα τρία κόμματα διέθεταν συνολικά 327 από τις 614 κοινοβουλευτικές έδρες, αριθμό επαρκή για τον σχηματισμό πλειοψηφίας. Ωστόσο, οι βαθιές πολιτικές διαφωνίες απέκλεισαν τη συνεργασία.

Η Άνγκελα Μέρκελ ανέλαβε την καγκελαρία, επικεφαλής μεγάλου συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών. Η γερμανική περίπτωση αποτυπώνει μια ιδιαίτερα σημαντική αντίφαση: η αριθμητική κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν αρκεί όταν απουσιάζουν οι πολιτικές προϋποθέσεις συνεννόησης.

Ιταλία 2008: Η διάσπαση της Κεντροαριστεράς και η επιστροφή του Μπερλουσκόνι

Στην Ιταλία, η κυβέρνηση του Ρομάνο Πρόντι στηριζόταν σε μια ευρεία συμμαχία κεντρώων, σοσιαλδημοκρατικών, αριστερών και οικολογικών δυνάμεων. Οι διαφωνίες για την οικονομική πολιτική, τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και τη διεθνή παρουσία της χώρας δοκίμασαν επανειλημμένα τη συνοχή της.

Advertisement

Η κυβέρνηση κατέρρευσε το 2008, με άμεση αφορμή την αποχώρηση του κεντρώου UDEUR. Στις εκλογές που ακολούθησαν, το Δημοκρατικό Κόμμα του Βάλτερ Βελτρόνι επέλεξε να μην ανανεώσει την ευρεία συμμαχία με τη ριζοσπαστική Αριστερά και τους Πράσινους.

Η Sinistra Arcobaleno, η συμμαχία της ριζοσπαστικής Αριστεράς και της πολιτικής οικολογίας, έμεινε εκτός Κοινοβουλίου. Την ίδια στιγμή, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι επέστρεψε στην πρωθυπουργία, με τη στήριξη της Δεξιάς και της Λέγκας του Βορρά.

Η ιταλική εμπειρία αναδεικνύει το πολιτικό κόστος που μπορεί να έχει η αποσύνθεση μιας προοδευτικής κυβερνητικής συμμαχίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η διάσπαση υπήρξε η μοναδική αιτία της εκλογικής ήττας.

Ισπανία 2019: PSOE και Podemos δεν συμφώνησαν, το Vox υπερδιπλασίασε τις έδρες του

Advertisement

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα των τελευταίων ετών καταγράφεται στην Ισπανία. Μετά τις εκλογές του Απριλίου 2019, το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Πέδρο Σάντσεθ και το Unidas Podemos του Πάμπλο Ιγκλέσιας δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν στον σχηματισμό κυβέρνησης.

Οι διαφωνίες επικεντρώθηκαν στη μορφή της συνεργασίας και στην κατανομή κυβερνητικών αρμοδιοτήτων. Η αποτυχία των διαπραγματεύσεων οδήγησε σε δεύτερες εκλογές τον Νοέμβριο.

Το αποτέλεσμα ήταν αποκαλυπτικό. Το ακροδεξιό Vox αύξησε τις έδρες του από 24 σε 52, ενώ ενισχύθηκε και το συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα. Αντιθέτως, τόσο το PSOE όσο και το Unidas Podemos έχασαν κοινοβουλευτικές έδρες.

Λίγες ημέρες μετά τη δεύτερη εκλογική αναμέτρηση, Σάντσεθ και Ιγκλέσιας συμφώνησαν στη συγκρότηση κυβέρνησης συνεργασίας. Η συμφωνία που δεν είχε επιτευχθεί πριν από τις εκλογές έγινε τελικά πραγματικότητα μετά την ενίσχυση της Ακροδεξιάς.

Advertisement

Αυτό δεν σημαίνει ότι η άνοδος του Vox οφειλόταν αποκλειστικά στη σύγκρουση των δύο προοδευτικών κομμάτων. Η χρονική αλληλουχία, ωστόσο, αποτελεί ένα ιδιαίτερα σημαντικό πολιτικό προηγούμενο.

Σουηδία 2021–2022: Η σύγκρουση για τη στέγη και η κυβέρνηση με τη στήριξη της Ακροδεξιάς

Στη Σουηδία, η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση του Στέφαν Λεβέν ήρθε σε σύγκρουση με το Αριστερό Κόμμα για τη μεταρρύθμιση του συστήματος ενοικίων στις νεόδμητες κατοικίες.

Η Αριστερά θεώρησε ότι η κυβερνητική πρωτοβουλία αποδυνάμωνε την προστασία των ενοικιαστών και απέσυρε τη στήριξή της. Τον Ιούνιο του 2021, ο Λεβέν έχασε την ψηφοφορία δυσπιστίας, με 181 βουλευτές να ψηφίζουν εναντίον της κυβέρνησης.

Advertisement

Οι Σοσιαλδημοκράτες παρέμειναν τελικά στην εξουσία μέχρι τις εκλογές του 2022. Τότε, όμως, σχηματίστηκε κυβέρνηση της Δεξιάς, με κοινοβουλευτική στήριξη από τους Σουηδούς Δημοκράτες, ένα κόμμα με ακροδεξιές ιστορικές καταβολές.

Η εξέλιξη δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στη σύγκρουση για τα ενοίκια. Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε και η απόφαση των παραδοσιακών δεξιών κομμάτων να συνεργαστούν πολιτικά με τους Σουηδούς Δημοκράτες. Ωστόσο, η προηγούμενη κυβερνητική κρίση είχε ήδη αναδείξει τις δυσκολίες συνύπαρξης Σοσιαλδημοκρατίας και Αριστεράς.

Πορτογαλία 2021–2024: Από τη συνεργασία της Αριστεράς στην ενίσχυση του Chega

Η Πορτογαλία είχε αποτελέσει για αρκετά χρόνια ευρωπαϊκό παράδειγμα προοδευτικής κυβερνητικής συνεργασίας. Από το 2015, οι Σοσιαλιστές του Αντόνιο Κόστα κυβερνούσαν με κοινοβουλευτική στήριξη του Αριστερού Μπλοκ και της συμμαχίας Κομμουνιστών–Πρασίνων.

Advertisement

Το σχήμα έγινε γνωστό ως Geringonça και επέτρεψε τη συνύπαρξη διαφορετικών πολιτικών παραδόσεων γύρω από συγκεκριμένες κοινωνικές και οικονομικές προτεραιότητες.

Το 2021, ωστόσο, οι διαφωνίες για τον κρατικό προϋπολογισμό, τις συντάξεις, τα εργασιακά δικαιώματα και τις δημόσιες υπηρεσίες οδήγησαν στην καταψήφισή του από τις δυνάμεις της Αριστεράς.

Η συνεργασία διαλύθηκε και προκηρύχθηκαν πρόωρες εκλογές. Εδώ υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά από άλλες ευρωπαϊκές περιπτώσεις: το 2022 οι Σοσιαλιστές κέρδισαν την αυτοδυναμία. Η Δεξιά δεν επωφελήθηκε άμεσα από τη ρήξη.

Η αλλαγή κυβέρνησης ήρθε το 2024, μετά την παραίτηση του Κόστα και τη νέα πολιτική κρίση. Η Κεντροδεξιά ανέλαβε την εξουσία, ενώ το ακροδεξιό Chega κατέγραψε σημαντική εκλογική ενίσχυση.

Advertisement

Η Πορτογαλία αποδεικνύει ότι η κατάρρευση μιας προοδευτικής συνεργασίας δεν οδηγεί αναγκαστικά σε άμεση ήττα. Δείχνει, όμως, πόσο δύσκολη μπορεί να αποδειχθεί η διατήρηση μιας σταθερής πολιτικής συμμαχίας όταν οι προγραμματικές διαφορές δεν γεφυρώνονται.

Γαλλία 2017–2024: Η κρίση των Σοσιαλιστών, οι συγκρούσεις στην Αριστερά και το Νέο Λαϊκό Μέτωπο

Στη Γαλλία, η αποδυνάμωση του ιστορικού Σοσιαλιστικού Κόμματος συνδυάστηκε με την ανάδειξη νέων πολιτικών σχηματισμών και με τη σταδιακή ενίσχυση της Ακροδεξιάς.

Στις προεδρικές εκλογές του 2017, ο υποψήφιος των Σοσιαλιστών Μπενουά Αμόν έλαβε μόλις 6,36%, ενώ ο Ζαν-Λικ Μελανσόν συγκέντρωσε 19,58%. Η Μαρίν Λεπέν προκρίθηκε στον δεύτερο γύρο απέναντι στον Εμανουέλ Μακρόν.

Advertisement

Οι πολιτικές διαφορές ανάμεσα στους Σοσιαλιστές, την Ανυπότακτη Γαλλία, τους Κομμουνιστές και τους Οικολόγους δυσχέραναν επανειλημμένα τη συγκρότηση κοινής στρατηγικής.

Το 2022 σχηματίστηκε η αριστερή συμμαχία NUPES, αλλά η συνεργασία αντιμετώπισε νέες εντάσεις, ιδιαίτερα μετά τις διαφωνίες για τη στάση απέναντι στη Χαμάς και την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023.

Το 2024, μπροστά στην ενίσχυση της Εθνικής Συσπείρωσης, οι ίδιες πολιτικές οικογένειες συγκρότησαν το Νέο Λαϊκό Μέτωπο. Η συνεργασία, σε συνδυασμό με την απόσυρση υποψηφίων για να αποτραπεί η εκλογή υποψηφίων της Ακροδεξιάς, συνέβαλε στη διαμόρφωση διαφορετικών κοινοβουλευτικών συσχετισμών από εκείνους που διαφαίνονταν μετά τον πρώτο γύρο.

Το Νέο Λαϊκό Μέτωπο αναδείχθηκε η μεγαλύτερη κοινοβουλευτική συμμαχία, χωρίς να αποκτήσει αυτοδυναμία. Η γαλλική περίπτωση αναδεικνύει ότι η κοινή εκλογική δράση μπορεί να μεταβάλει ουσιαστικά τους πολιτικούς συσχετισμούς, ακόμη και όταν οι διαφορές μεταξύ των κομμάτων παραμένουν σημαντικές.

Advertisement

Ολλανδία 2023: Σοσιαλδημοκράτες και Πράσινοι ενώθηκαν, αλλά ο Βίλντερς επικράτησε

Η ολλανδική εμπειρία λειτουργεί ως αναγκαίο αντίβαρο σε οποιαδήποτε απλουστευτική ερμηνεία της ευρωπαϊκής πολιτικής ιστορίας.

Το Εργατικό Κόμμα και η Πράσινη Αριστερά συγκρότησαν κοινό εκλογικό ψηφοδέλτιο, με επικεφαλής τον Φρανς Τίμερμανς. Η συνεργασία απέφερε 25 κοινοβουλευτικές έδρες, ενισχύοντας την παρουσία της προοδευτικής παράταξης.

Παρά ταύτα, το ακροδεξιό Κόμμα της Ελευθερίας του Χέερτ Βίλντερς αναδείχθηκε πρώτο, με 37 έδρες.

Advertisement

Η εξέλιξη δείχνει ότι η ενότητα δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση εκλογικής επικράτησης. Το πολιτικό πρόγραμμα, η κοινωνική απήχηση, η αξιοπιστία της ηγεσίας και η στάση της παραδοσιακής Δεξιάς απέναντι στην Ακροδεξιά επηρεάζουν επίσης καθοριστικά το αποτέλεσμα.

Στην Ολλανδία, μάλιστα, η μετατόπιση της κεντροδεξιάς VVD προς την αποδοχή πιθανής συνεργασίας με το κόμμα του Βίλντερς αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο της πολιτικής αναδιάταξης.

Η ευρωπαϊκή εμπειρία και το ελληνικό πολιτικό αδιέξοδο

Τα επτά παραδείγματα δεν συνθέτουν μια ενιαία ιστορία ούτε επιτρέπουν την απόδοση κάθε συντηρητικής εκλογικής νίκης στις διαφωνίες της Αριστεράς. Αναδεικνύουν, ωστόσο, ένα επαναλαμβανόμενο πρόβλημα: οι προοδευτικές δυνάμεις δυσκολεύονται συχνά να μετατρέψουν τις κοινωνικές και προγραμματικές τους συγκλίσεις σε σταθερές πολιτικές συνεργασίες.

Advertisement

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει σήμερα τη δική της εκδοχή αυτής της δυσκολίας. Μετά από επτά και πλέον χρόνια διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, οι αντιπαραθέσεις γύρω από την ακρίβεια, τη στέγαση, τη δημόσια υγεία, την εργασία, το κράτος δικαίου και την ποιότητα των θεσμών διαμορφώνουν ένα ευρύ πεδίο πολιτικής συζήτησης.

Παράλληλα, όμως, οι συγκρούσεις μεταξύ των κομμάτων του προοδευτικού χώρου εξακολουθούν να δυσχεραίνουν την αναζήτηση κοινών απαντήσεων. Η αντιπαράθεση για την πολιτική ηγεμονία, οι διαφορετικές προσεγγίσεις στη διακυβέρνηση και οι προσωπικές ή ιστορικές διαφορές δεν είναι ασήμαντες. Ούτε μπορούν να παραμεριστούν με γενικόλογες εκκλήσεις ενότητας.

Η ευρωπαϊκή εμπειρία καταδεικνύει ότι οι βιώσιμες συνεργασίες απαιτούν σαφείς προγραμματικές δεσμεύσεις, αμοιβαίες υποχωρήσεις και συμφωνημένους κανόνες πολιτικής συνύπαρξης. Η κοινή αντιπολίτευση σε μια κυβέρνηση δεν αρκεί, εάν δεν συνοδεύεται από αξιόπιστες απαντήσεις για την επόμενη ημέρα.

Το ίδιο ισχύει και για τις σχέσεις με την πολιτική οικολογία. Η πράσινη μετάβαση, η ενεργειακή δημοκρατία, η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης και η κοινωνική προστασία μπορούν να αποτελέσουν πεδία σύγκλισης, αλλά προϋποθέτουν ουσιαστική συμφωνία για το κόστος και την κατανομή των ωφελειών τους.

Advertisement

Ο διάλογος ως προϋπόθεση μιας διαφορετικής προοπτικής

Από τη Γερμανία του 2005 μέχρι την Ισπανία του 2019 και τη Γαλλία του 2024, το κοινό στοιχείο δεν είναι ότι όλες οι προοδευτικές συνεργασίες πέτυχαν ή ότι όλες οι συγκρούσεις οδήγησαν στην ήττα. Είναι ότι η δυνατότητα συνεννόησης επηρέασε ουσιαστικά τις πολιτικές εξελίξεις.

Για την Ελλάδα, το ζήτημα παραμένει ανοικτό. Ο διάλογος μεταξύ Σοσιαλδημοκρατίας, Αριστεράς και πολιτικής οικολογίας δεν προϋποθέτει την κατάργηση των διαφορετικών ταυτοτήτων ούτε την αποσιώπηση των πολιτικών διαφωνιών. Προϋποθέτει την αναγνώριση ότι υπάρχουν κοινωνικά προβλήματα που απαιτούν ευρύτερες προγραμματικές απαντήσεις.

Να ενώσουμε δυνάμεις για να κερδίσουμε ξανά την ελπίδα. Να μη γίνει το ίδιο λάθος. Αυτή είναι η πολιτική πρόκληση που αναδεικνύεται από τις ευρωπαϊκές εμπειρίες, σε μια περίοδο κατά την οποία η συζήτηση για την προοπτική της ελληνικής προοδευτικής παράταξης δεν μπορεί να περιορίζεται στις διαφωνίες των κομματικών επιτελείων.

Advertisement