ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Το στοίχημα της προοδευτικής διακυβέρνησης: Το 29% που αλλάζει τη συζήτηση, οι στρατηγικές Ανδρουλάκη και Τσίπρα και το παράδειγμα της Αθήνας
Το πολιτικό πρόβλημα για την αντιπολίτευση παραμένει η απόσταση ανάμεσα στην κοινωνική επιθυμία για αλλαγή και στην απουσία συμφωνημένης εναλλακτικής διακυβέρνησης.
Του Γαβρή Άγγελου
Η αριθμητική των δημοσκοπήσεων αποκτά ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον για την Κεντροαριστερά. Σύμφωνα με τα στοιχεία της πρόσφατης μέτρησης που τίθενται στη δημόσια συζήτηση, το ΠΑΣΟΚ και η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ.) προσεγγίζουν αθροιστικά το 29%, ποσοστό που αναδεικνύει τις δυνατότητες μιας ευρύτερης προοδευτικής συνεννόησης. Πρόκειται ασφαλώς για άθροισμα δημοσκοπικών επιδόσεων και όχι για δεδομένη εκλογική δυναμική ενός κοινού σχήματος. Ωστόσο, η εικόνα αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της προγραμματικής σύγκλισης.
Και εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η σταθερή πολιτική θέση του Χάρη Δούκα. Ο δήμαρχος Αθηναίων έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η αυτόνομη πορεία του ΠΑΣΟΚ δεν πρέπει να οδηγεί στην πολιτική απομόνωση. Αντιθέτως, έχει ταχθεί υπέρ του διαλόγου, των προγραμματικών συγκλίσεων και της συγκρότησης μιας εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης, με σαφή διαχωριστική γραμμή απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.
Το παράδειγμα της Αθήνας και οι κομματικές περιχαρακώσεις
Ο Χάρης Δούκας επικαλείται ένα συγκεκριμένο πολιτικό προηγούμενο. Στις δημοτικές εκλογές του 2023, η παράταξή του συγκέντρωσε περίπου 14% στον πρώτο γύρο, ενώ η Ανοιχτή Πόλη του Κώστα Ζαχαριάδη περίπου 13%. Στον δεύτερο γύρο, με τη στήριξη ευρύτερων προοδευτικών δυνάμεων, ο Δούκας επικράτησε με περίπου 56%. Η εμπειρία της Αθήνας αποτελεί έκτοτε σημείο αναφοράς στη συζήτηση για τη δυνατότητα συνεργασίας διαφορετικών πολιτικών δυνάμεων στη βάση συγκεκριμένων στόχων.
Την ίδια στιγμή, ο Νίκος Ανδρουλάκης επιμένει στην αυτόνομη πορεία του ΠΑΣΟΚ, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στην προσέλκυση στελεχών από άλλους πολιτικούς χώρους. Στο εσωκομματικό παρασκήνιο, πάντως, διατυπώνεται προβληματισμός για τη μη αξιοποίηση αναγνωρίσιμων πολιτικών προσωπικοτήτων, ιδιαίτερα στην Αττική, με ορισμένους να αποδίδουν αυτές τις επιλογές στην ανάγκη διατήρησης εσωκομματικών ισορροπιών.
Από την πλευρά του, ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει την πολιτική του παρουσία, με μια διαδικασία ανασύνθεσης που επικριτές του χαρακτηρίζουν ως προσπάθεια δημιουργίας ενός «ΣΥΡΙΖΑ 2.0». Το ζήτημα είναι εάν αυτή η προσπάθεια μπορεί να ενταχθεί σε μια ευρύτερη διαδικασία προοδευτικής συνεννόησης ή εάν θα εντείνει τον ανταγωνισμό για την πολιτική εκπροσώπηση της Κεντροαριστεράς.
Η κοινωνική απαίτηση για αλλαγή και το ζήτημα της κυβερνητικής εναλλακτικής
Σύμφωνα με δημοσκοπική μέτρηση της Alco τον Σεπτέμβριο, το 67% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι επιθυμεί αλλαγή διακυβέρνησης, έναντι 25% που προτιμούσε τρίτη κυβερνητική θητεία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Η κοινωνική αυτή τάση δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε στήριξη μιας ενιαίας προοδευτικής πρότασης, αποτυπώνει όμως το εύρος της δυσαρέσκειας απέναντι στη σημερινή κυβέρνηση.
Σε αυτό το περιβάλλον, η πρόταση του Χάρη Δούκα για διάλογο πριν από τις εκλογές αποκτά συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο. Η διαμόρφωση κοινών προγραμματικών προτεραιοτήτων, η αποσαφήνιση των πολιτικών διαφορών και η αναζήτηση πεδίων συνεργασίας αποτελούν τις βασικές προϋποθέσεις μιας ενδεχόμενης προοδευτικής κυβερνητικής πρότασης.
Το πολιτικό πρόβλημα για την αντιπολίτευση παραμένει η απόσταση ανάμεσα στην κοινωνική επιθυμία για αλλαγή και στην απουσία συμφωνημένης εναλλακτικής διακυβέρνησης. Οι διαφορετικές στρατηγικές του ΠΑΣΟΚ, του Αλέξη Τσίπρα και των υπόλοιπων προοδευτικών δυνάμεων εξακολουθούν να αφήνουν ανοιχτό το ζήτημα των μετεκλογικών συνεργασιών, ενώ η Νέα Δημοκρατία επιδιώκει να διατηρήσει την κυβερνητική πρωτοβουλία.
Η εμπειρία του Δήμου Αθηναίων βρίσκεται ήδη στο τραπέζι ως ένα υπαρκτό παράδειγμα εκλογικής σύγκλισης. Το ερώτημα που απασχολεί πλέον το προοδευτικό παρασκήνιο είναι εάν οι ηγεσίες θα επιλέξουν να συζητήσουν εγκαίρως μια κοινή προγραμματική κατεύθυνση ή εάν η σχετική συζήτηση θα μετατεθεί για μετά τις εκλογές, όταν οι πολιτικοί συσχετισμοί θα έχουν ήδη διαμορφωθεί.
