ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
ΟΠΕΚΕΠΕ: Οι καταδίκες στις Σέρρες ανοίγουν νέο κύκλο πολιτικής πίεσης για την κυβέρνηση
Η υπόθεση των παράνομων ευρωπαϊκών επιδοτήσεων στις Σέρρες δεν αποτελεί πλέον μια «σκοτεινή γωνία» της διοικητικής δυσλειτουργίας του ΟΠΕΚΕΠΕ. Η απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων της Αθήνας, με 13 καταδίκες για απάτη, συνέργεια και ψευδείς βεβαιώσεις γύρω από κοινοτικά κονδύλια ύψους 250.000 ευρώ, έρχεται να επιβεβαιώσει με δικαστικό τρόπο αυτό που εδώ και χρόνια ψιθυρίζεται στους αγροτικούς και πολιτικούς κύκλους: ότι το σύστημα ελέγχου των επιδοτήσεων λειτουργούσε με επικίνδυνα κενά, σχεδόν ανεξέλεγκτα.
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα επειδή πρόκειται για την πρώτη μεγάλη έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας γύρω από τη διαχείριση κοινοτικών πόρων στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Και η εικόνα που αναδύεται είναι αποκαλυπτική για τη θεσμική αποσύνθεση ενός μηχανισμού που διαχειρίζεται δισεκατομμύρια ευρωπαϊκών κονδυλίων. Σύμφωνα με τις καταθέσεις που ακούστηκαν στο δικαστήριο, δηλώνονταν εκτάσεις χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις κατατίθεντο ακόμη και λευκές σελίδες αντί για μισθωτήρια. Το πλέον σοκαριστικό στοιχείο είναι πως, όπως κατατέθηκε, από το 2015 είχαν ουσιαστικά παγώσει οι διασταυρωτικοί έλεγχοι, αφήνοντας ανοιχτό πεδίο σε επιτήδειους να δηλώνουν βοσκοτόπια και εκτάσεις που δεν τους ανήκαν.
Το πολιτικό αποτύπωμα της υπόθεσης ξεπερνά κατά πολύ τις Σέρρες. Διότι όσο η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει μια εικόνα «κανονικότητας» και ψηφιακού εκσυγχρονισμού του κράτους, η ίδια η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία φέρνει στο φως μια πραγματικότητα διοικητικής χαλαρότητας, αδιαφάνειας και αδυναμίας προστασίας του δημόσιου χρήματος. Και εύλογα πλέον προκύπτουν ερωτήματα για το ποιος είχε την πολιτική ευθύνη εποπτείας όλων αυτών των μηχανισμών τα τελευταία χρόνια.
Η συγκεκριμένη δικογραφία έρχεται να προστεθεί σε ένα ήδη βαρύ πολιτικό περιβάλλον για την κυβέρνηση, μέσα στο οποίο συνυπάρχουν οι υποθέσεις των υποκλοπών, η τραγωδία των Τεμπών και οι συνεχείς παρεμβάσεις ευρωπαϊκών θεσμών για ζητήματα κράτους δικαίου και διαχείρισης δημοσίου χρήματος. Το πρόβλημα πλέον δεν περιορίζεται σε μεμονωμένα περιστατικά. Διαμορφώνεται σταδιακά η εικόνα ενός κράτους που εμφανίζεται ανίκανο είτε να προλάβει είτε να ελέγξει φαινόμενα κακοδιαχείρισης σε κρίσιμους τομείς.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί και το γεγονός ότι επτά κατηγορούμενοι προχώρησαν σε ποινική συνδιαλλαγή, επιστρέφοντας ποσά 165.000 ευρώ και ομολογώντας ουσιαστικά την εμπλοκή τους στην υπόθεση. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την αίσθηση πως οι ευρωπαϊκές αρχές δεν αντιμετωπίζουν πλέον τέτοιες υποθέσεις ως «παρατυπίες», αλλά ως οργανωμένα σχήματα καταστρατήγησης κοινοτικών πόρων.
Το ερώτημα που πλέον πλανάται πάνω από το πολιτικό σύστημα είναι βαθύτερο: πόσες ακόμη αντίστοιχες υποθέσεις παραμένουν θαμμένες σε φακέλους ελέγχων και ευρωπαϊκών υπηρεσιών; Και κυρίως, πόσο αντέχει ακόμη η αξιοπιστία της χώρας όταν οι ίδιες οι ευρωπαϊκές αρχές αναλαμβάνουν ρόλο εκεί όπου το ελληνικό κράτος δείχνει να αδυνατεί ή να μην θέλει να παρέμβει αποτελεσματικά;
Η υπόθεση των Σερρών δεν είναι ένα απομονωμένο δικαστικό επεισόδιο. Είναι ένα ακόμη καμπανάκι για τη λειτουργία του κράτους, τη διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων και την πολιτική ευθύνη μιας κυβέρνησης που βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με ένα διαρκώς διογκούμενο πεδίο θεσμικής αμφισβήτησης.
